Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2014

Έλληνες αλιείς πρωτοστατούν σε απεργία στην Μοζαμβίκη τον χειμώνα του 1920.

(το απόσπασμα προέρχεται από την υπό έκδοση μελέτη με θέμα την ελληνική παροικία της Μοζαμβίκης)


     Η παρουσία των Ελλήνων στην πρωτεύουσα της Μοζαμβίκης, Lourenço Marques (σημ. Maputo), τοποθετείται χρονικά στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα. Σύμφωνα λοιπόν με πληροφορίες οι πρώτοι Έλληνες εγκαταστάθηκαν στην περιοχή το 1879.[1]

 Το Lourenço Marques στα τέλη του 19ου αιώνα.





 Πέρα από εκείνους που εργάζονταν στην κατασκευή του σιδηροδρομικού δικτύου, υπήρχαν και Έλληνες που δραστηριοποιούνταν στον τομέα της αλιείας, στον κόλπο του Delagoa, όπως προκύπτει από την μαρτυρία του Βρετανού αξιωματούχου Jessett Montague, σύμφωνα με την οποία «κατά τη διάρκεια ταξιδιού του στην πόλη συνάντησε Πορτογάλους στρατιώτες, ιθαγενείς και Έλληνες ναύτες και ψαράδες».[2]
Η ενασχόληση με τον συγκεκριμένο επαγγελματικό τομέα θα συνεχιστεί στα ίδια υψηλά επίπεδα και τις επόμενες δεκαετίες. Ενδεικτικό της σημαντικής τους παρουσίας στο συγκεκριμένο επαγγελματικό τομέα, αποτελεί η πρωτοβουλία τους, τον χειμώνα του 1920. Την εποχή εκείνη οι αλιείς που δραστηριοποιούνταν στο νησί Inhaca, απέναντι από το Lourenço Marques, ζήτησαν αύξηση στις αμοιβές τους από τον μεγαλέμπορο Caesar, στον οποίο πουλούσαν τα προϊόντα τους. Επειδή όμως το αίτημά τους δεν εισακούστηκε, οι Έλληνες αλιείς παρότρυναν το σύνολο των αλιέων της περιοχής να απεργήσουν, διεκδικώντας καλύτερες τιμές για τα προϊόντα τους, κάτι που τελικά επιτεύχθηκε.[3]



 Άποψη των ακτών της νήσου Inháca (João dos Santos Rufino, Álbuns Fotográficos e Descritivos da Colónia de Moçambique, vol. IV, «Distrito de Lourenço Marques. Indústrias, Agricultura, áspectos das circunscrições, etc.», Lourenço Marques, 1929
 

Η κυριαρχία των Ελλήνων αλιέων στον κόλπο του Delagoa θα συνεχιστεί και την επόμενη δεκαετία όπως μαρτυρά η αναφορά του βρετανικού προξενείου στο Lourenço Marques. Συγκεκριμένα, επειδή τo 1930 οι Έλληνες αλιείς κυριαρχούν στην περιοχή, βρετανικές εταιρείες ενδιαφέρονται να συνεργαστούν μαζί τους προμηθεύοντάς τους είδη αλιείας[4].

 

[1] Ilidio Rocha, A imprensa de Moçambique, Edição Livros do Brasil, Lisboa 1954.                               [2] Montague G. J., The key to South Africa: Delagoa bay, London 1899, σ. 35.                                   [3] Capela, J., O movimento operário em Lourenço Marques 1898-1927σ. 216. 


[4] Αρχείο Προξενείου Μαπούτο, επιστολή του βρετανικού προξενείου προς το ελληνικό προξενείο με ημερομηνία 10/2/1930.

Δευτέρα, 25 Αυγούστου 2014

Από την ζωή των Ελλήνων στην ζούγκλα της Αφρικής.

(το απόσπασμα προέρχεται από την υπό έκδοση μελέτη με θέμα την ελληνική παροικία της Μοζαμβίκης)

Η ζωή των πρώτων Ελλήνων που βρέθηκαν στην Αφρική μόνο εύκολη δεν ήταν. Πέρα από το γεγονός ότι εγκατέλειπαν την οικογένειά τους, βαδίζοντας στο άγνωστο, είχαν να αντιμετωπίσουν και ένα τελείως ξένο φυσικό περιβάλλον.

 
Το παρακάτω κείμενο αποτελεί τμήμα των προσωπικών αφηγήσεων του Πάνου Μακρόπουλου, ο οποίος έφυγε από την Σμύρνη το 1919 και βρέθηκε στην περιοχή Inhambane της Μοζαμβίκης, προκειμένου να εργαστεί στο κτήμα του θείου του Μιχάλη Λυγερού. Αξίζει να σημειώσουμε ότι ο Λυγερός, ο οποίος γεννήθηκε στο Πλωμάρι της Λέσβου  εγκαταστάθηκε στην Μοζαμβίκη στα τέλη του 19ου αιώνα.

Ο Πάνος Μακρόπουλος γράφει λοιπόν για το πρώτο βράδυ στην Αφρική:



«Μια γαλήνη απλώνονταν παντού. Πέρα μακριά οι μαύροι στα χωριά τους, γύρω από την φωτιά δοκίμαζαν τα ταμ-ταμ καμωμένα από κορμούς δέντρων, κυλίνδρους ανοιχτούς από τις δύο άκρες, στην μια από τις οποίες τέντωναν ένα κομμάτι από δέρμα προβάτου ή γαζέλας. Έτσι με συντροφιά τη μονότονη αυτή μουσική και ενός άλλου ξυλόφωνου καμωμένο από κομμάτια ξύλου 3 x 20 cm, κάτω από τα οποία έχουν δέσει νεροκολοκύθες, το στόμιο των οποίων σκεπάζουν με μεμβράνη από έντερο. Έτσι ανάλογα με το μέγεθος του ξύλου της νεροκολοκύθας, όταν το χτυπάνε με ένα σφυρί στην άκρη του οποίου έχουν τυλίξει μια μπάλα, βγάζει νότες ακριβείας.


Ξαπλωμένος στο στρατιωτικό μου κρεβάτι δεν μπορούσα να κλείσω μάτι. Ήρθαν όλα στο νου μου σαν ταινία. Το χωριό μου, το σπίτι μας, οι δικοί μου, η αγάπη μου που άφησα να με περιμένει, το ταξίδι σαν τον Σεβάχ τον θαλασσινό που μου πήρε τρεις ακριβώς μήνες να φθάσω εδώ στα ξένα αυτά μέρη, μέσα στην ζούγκλα για να εργαστώ σκληρά και να κάμω ένα ορισμένο ποσό για να φύγω πίσω στον πολιτισμό, στην ωραία μου πατρίδα Σμύρνη.


Δεν φοβόμουν το άγνωστο. Η ζούγκλα, τα άγρια θηρία που με το χρόνο θα με κύκλωναν, οι απέραντες δυσκολίες, αποτυχίες, στερήσεις, ανθρώπινα και φυσικά εμπόδια. Όλα αυτά μου έδιναν το θάρρος για να νικήσω.»


Μερικές μέρες αργότερα θα φανούν οι συνέπειες από την υψηλή θερμοκρασία, την υγρασία και τις τροπικές ασθένειες 



«Η γη έβραζε, η ζέστη είχε γίνει ανυπόφορη και η λαύρα που σκορπιόταν γύρω έκαιγε το πρόσωπό μου.»

«Η άθλια μαλάρια μπήκε ως τα κόκκαλά μου και κάθε μέρα που περνούσε αδυνάτιζα. Δεν είχα όρεξη να φάγω. Τα γόνατά μου λύγιζαν και όλες μου οι κλειδώσεις πονούσαν. Έπαιρνα κινίνο που μου έλεγε ο θείος μου, αλλά κάθε μέρα που περνούσε χειροτέρευα.»

Φυσικά δεν έλλειπαν και οι επιδρομές των άγριων ζώων της ζούγκλας 



«Έξαφνα όμως όλοι –αρσενικοί και θηλυκοί, μικροί και μεγάλοι άφησαν όλες τις δουλειές και σκόρπισαν σαν αγριοκάτσικα τρομαγμένα από την εμφάνιση λεονταριού, μέσα στο πυκνό δάσος που τριγύριζε το χωριό».



Όσον αφορά τώρα τα καταλύματα, εντός των οποίων διαβιούσαν οι πρωτοπόροι καλλιεργητές, αυτά ήταν συνήθως στρογγυλές καλύβες, διαμέτρου 4-5 μέτρων, σκεπασμένες με χόρτα. Αποτελούνταν από ένα ή δύο δωμάτια, στο εσωτερικό των οποίων υπήρχε ένα κρεβάτι και ένα μικρό τραπέζι, ενώ το δάπεδο τις περισσότερες φορές ήταν χωμάτινο.




Σάββατο, 23 Αυγούστου 2014

O Ελληνικός Αθλητικός Σύλλογος του Σουδάν - 100 και πλέον χρόνια ιστορίας




Η ίδρυση των πρώτων ελληνικών αθλητικών συλλόγων ανάγεται στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα και εντοπίζεται τόσο εντός, όσο και εκτός των συνόρων του ελληνικού κράτους. Πέρα από την Αθήνα και τον Πειραιά, σε πόλεις όπου διαβιούσαν πολυπληθείς και οικονομικά εύρωστες ελληνικές κοινότητες όπως η Κων/πολη, η Σμύρνη και η Αλεξάνδρεια θα κάνουν την εμφάνισή τους οι πρώτοι αθλητικοί σύλλογοι[1]. Αν και αρχικά η δράση τους επικεντρωνόταν στην γυμναστική, σταδιακά αναπτύχθηκαν και άλλα αθλήματα όπως η σκοποβολή, το τένις, το ποδόσφαιρο κ.ά. Στα επόμενα χρόνια και ιδιαίτερα μετά το τέλος της πρώτης δεκαετίας του 20ου αιώνα, σε ολοένα και περισσότερες πόλεις, εντός και εκτός του ελληνικού κράτους δημιουργήθηκαν αθλητικοί σύλλογοι και αναπτύχθηκε αθλητική δράση. Την εποχή αυτή θα ξεκινήσει και η ιστορία του αθλητισμού σε συλλογικό επίπεδο εντός της ελληνικής παροικίας του Σουδάν. 

Το ελληνικό στοιχείο του Σουδάν και ιδιαίτερα του Χαρτούμ, από πολύ νωρίς θα ασχοληθεί με τον αθλητισμό σε οργανωμένη βάση και για το σκοπό αυτό θα συγκροτήσει ένα από τα παλαιότερα ελληνικά αθλητικά σωματεία, τον Ελληνικό Σκοπευτικό Σύλλογο. Η ιστορία του Ελληνικού Σκοπευτικού Συλλόγου ξεκινά το 1907 και περιλαμβάνει πέρα από την διεξαγωγή αγώνων μεταξύ των μελών της ελληνικής παροικίας και την συμμετοχή σε τουρνουά με την συμμετοχή και άλλων συλλόγων. Έτσι, το 1912, μαζί με άλλες επτά ομάδες σκοποβολής, θα συμμετάσχει στην διοργάνωση Wingate Shield League[2]. Ο Ελληνικός όμως σύλλογος διατηρεί και ποδοσφαιρική ομάδα, η οποία, το 1912, θα αναμετρηθεί με το British Football Club αλλά και με την ομάδα του σχολείου Cadet[3].
            Εκτός όμως από τον Ελληνικό Σκοπευτικό Σύλλογο, το 1908 θα ιδρυθεί  στο Χαρτούμ άλλο ένα αθλητικό σωματείο, ο Ελληνικός Γυμναστικός Σύλλογος. Η ανεξάρτητη όμως δράση των δύο συλλόγων δεν θα διαρκέσει για πολύ. Καθώς ένας σημαντικός αριθμός των μελών της παροικίας σπεύδει να καταταγεί στον ελληνικό στρατό που μάχεται κατά την διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων, κρίνεται σκόπιμο να συγχωνευθούν οι δύο προαναφερθέντες σύλλογοι[4]. Από την συνένωση αυτή που πραγματοποιήθηκε στις 2/11/1913 θα προκύψει ο «Ελληνικός Αθλητικός Σύλλογος» με χρώματα το μπλε και το άσπρο. 




Για περισσότερο από έναν αιώνα, αφού η δράση του συλλόγου συνεχίζεται μέχρι και σήμερα, ο Ε.Α.Σ. θα αποτελέσει σημείο αναφοράς όχι μόνο στην ζωή της ελληνικής παροικίας του Σουδάν, αλλά και ολόκληρης της αθλητικής ιστορίας της αφρικανικής χώρας. Ένας σύλλογος με διακρίσεις σε ένα πλήθος αγωνισμάτων μεταξύ των οποίων το ποδόσφαιρο, το volleyball, το basketball, το tennis κ.ά. Αναμφισβήτητα όμως το καμάρι του συλλόγου ήταν ανέκαθεν η ομάδα του basketball, η οποία αναδείχθηκε πολλές φορές πρωταθλήτρια στις διασυλλογικές οργανώσεις των δεκαετιών του ’40,’50 και ’60, όταν οι Έλληνες του Σουδάν ξεπερνούσαν σε πληθυσμό τα 5.000 άτομα.  











[1] Φαίνεται ότι ο πρώτος ελληνικός αθλητικός σύλλογος ήταν ο Μίλων, που ιδρύθηκε στην Αλεξάνδρεια το 1873 από μέλη της ελληνικής κοινότητας. Τέσσερα χρόνια αργότερα ιδρύθηκε ο Ερμής στην Κωνσταντινούπολη, ενώ το 1878 συστήθηκε στην Αθήνα ο Ελληνικός Γυμναστικός Σύλλογος. Στο α' μισό της δεκαετίας του 1880 εμφανίστηκαν στην Αθήνα δύο ακόμη σωματεία: ο Αθηναϊκός Γυμναστικός Σύλλογος (1882) και ο Αθλητικός Σύλλογος Αθηνών (1885). Το 1890 ιδρύθηκε ο Ορφέας στη Σμύρνη και ο Πανελλήνιος στην Αθήνα, το 1891 ο Παναχαϊκός στην Πάτρα, το 1892 η Ολύμπια στη Λεμεσό, το 1893 ο Κερκυραϊκός, ο Απόλλωνας Σμύρνης και ο Εθνικός Γ.Σ. στην Αθήνα, ενώ το 1894 ιδρύθηκε το Γυμνάσιο Σμύρνης, ο Πειραϊκός Σύνδεσμος και η Γυμναστική Εταιρεία Πάτρας.
[2] Port Sudan, Khartoum North, Atbara, Khartoum, Halfa, Nabardi, Italian Club.Εφημερίδα Sudan Herald,7/12/1912
[3] Εφημερίδα Sudan Herald,26/10/1912
[4] Καμίτσης(1961),σ.79.


Κυριακή, 10 Αυγούστου 2014

Στο Τούνεζι, στη Μπαρμπαριά, μας έπιασε κακοκαιριά. Έλληνες σφουγγαράδες στην Τυνησία.


 
 Οι περισσότεροι έχουμε ακούσει και πιθανόν σιγοτραγουδήσει κάποιους από τους παρακατω στίχους του Βασίλη Τσιτσάνη που γράφτηκαν το 1953. 
Γνωρίζατε ότι εξιστορούν την ζωή των Ελλήνων σφουγγαράδων που έφευγαν από τα νησιά του Αιγαίου με προορισμό το Τούνεζι (Τυνησία) ;


Ανάθεμα σε θάλασσα
που κάνεις ώρες ώρες
να κλαίνε χήρες κι ορφανά
και μάνες μαυροφόρες
Στο Τούνεζι, στη Μπαρμπαριά,
μας έπιασε κακοκαιριά
Αναθεμά σε θάλασσα
κανένα δεν αφήνεις
λεβέντες παίρνεις διαλεχτούς
και πίσω δεν τους δίνεις
Στα αγριεμένα κύματα
στη μαύρη αγκαλιά σου
του κόσμου πήρες
τα παιδιά και τα `κανες δικά σου





  
[απόσπασμα από το βιβλίο "Η ελληνική παροικία της Τυνησίας (16ος-21ος αι.)]


H μετανάστευση στο Σφαξ αλλά και στη γειτονική Τζέρμπα συνδέθηκε άρρηκτα με τη σπογγαλιεία, η οποία θα παρουσιάσει μια αυξητική πορεία στο πέρασμα των αιώνων, φτάνοντας στην κορύφωσή της την περίοδο 1865-1912. Η άνθιση αυτή, στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, ήταν αποτέλεσμα αφενός της άγνοιας των δυνατοτήτων και των κινδύνων των νέων καταδυτικών μέσων, και αφετέρου της προθυμίας και της ανάγκης των δυτών να ρισκάρουν για να επιβιώσουν και να πλουτίσουν. 



       Έλληνες σπογγαλιείς στο λιμάνι του Σφαξ.

Στο βάθος διακρίνεται ο Ναός του Αγ. Νικολάου.




 Την περίοδο αυτή το κέντρο βάρους της σπογγαλιευτικής δραστηριότητας θα μεταφερθεί στις ακτές της βόρειας Αφρικής καθώς οι Kαλύμνιοι, οι Συμιακοί, οι Yδραίοι και οι Aιγινίτες σφουγγαράδες ανακαλύπτουν τα πλούσια σπογγοφόρα πεδία της βορείου Aφρικής και κυρίως την περιοχή που εκτείνονταν από τη Λιβύη και τον κόλπο της Σύρτης μέχρι την Τυνησία και τον κόλπο του Gabès, οι σπόγγοι των οποίων θεωρούνται υψηλής ποιότητας. Το 1875 οι Καλύμνιοι εισάγουν τη χρήση του ψαρέματος με την «σκανταλόπετρα» στον κόλπο του Gabès ενώ λίγο αργότερα τη χρήση του σκάφανδρου. Αξίζει να σημειώσουμε ότι οι Έλληνες χρησιμοποιούσαν κατ' αποκλειστικότητα, μεταξύ των υπολοίπων, τα σκάφανδρα.


Το 1911 καταγράφονται περισσότερα από 450 ελληνικά αλιευτικά σκάφη στο Σφαξ, τα οποία απασχολούσαν περισσότερους από 3.000 δύτες, οι καλύτεροι εκ των οποίων προέρχονται από την Κάλυμνο και τη Σύμη. Η ίδια κατάσταση επικρατεί και στη γειτονική Τζέρμπα, όπου την περίοδο 1900-1920 δένουν στο λιμάνι κατά μέσο όρο 300 καΐκια.

Άποψη του λιμανιού του Σφαξ το 1911
(εφημερίδα «Le Petit Journal»,  φύλλο No 79/14-6-1911,σ. 369-370.)


Υπάρχουν αρκετές μαρτυρίες για τη δράση των σφουγγαράδων στην αρχή του 20ου αιώνα, οι οποίες μας δίνουν πληροφορίες για τη δομή και τη λειτουργία των σπογγαλιευτικών μονάδων που καταφθάνουν στο Σφαξ, με προέλευση κατά κύριο λόγο την Κάλυμνο, τη Σύμη, την Ύδρα, τη Χάλκη, το Κρανίδι και την Αίγινα. Η αλιεία των σπόγγων ξεκινούσε την άνοιξη και ολοκληρωνόταν στο τέλος του φθινοπώρου με τον επαναπατρισμό των αλιέων. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειώσουμε ότι το 1900, σε κάποιο ταξίδι επιστροφής των Συμιακών σφουγγαράδων από το Σφαξ, ανακαλύφθηκε τυχαία, αλλά χάρη στις ικανότητες και στην τόλμη των σφουγγαράδων, το ναυάγιο των Αντικυθήρων με τον πολύτιμο αρχαιολογικό θησαυρό.
Η σπογγαλιεία τα πρώτα χρόνια γινόταν από δύτες που κατέβαιναν σε μεγάλο βάθος (30-40 μέτρα) γυμνοί, δεμένοι με σχοινί με μια πέτρα για βαρίδιο. Όμως, οι περισσότεροι από αυτούς έπεφταν θύματα καρχαριών και έτσι αυτός ο τρόπος, παρόλο που απαιτούσε λιγότερα έξοδα από τους πλοιοκτήτες και παράλληλα ήταν λιγότερο επικίνδυνος για την πρόκληση παράλυσης στους δύτες, ασκούνταν από όλο και μικρότερο αριθμό σπογγαλιέων. Τα επόμενα χρόνια η  σπογγαλιεία γινόταν κυρίως είτε με σκάφανδρα, είτε με καλάμι (καμάκι), ή με δίχτυ (γκαγκάβα). Ένας άλλος τρόπος, τον οποίο είχαν επινοήσει οι Καλύμνιοι σπογγαλιείς, ήταν με το «φερνέζ». Ο δύτης φορούσε την ειδική στολή και τα σχετικά βαρίδια, συνδεόταν με την αντλία οξυγόνου και την ειδική κάσκα με τη βαλβίδα για την αποβολή του εκπνεόμενου αέρα, έπαιρνε και μία τσάντα από δίχτυ για τους σπόγγους και ξεκινούσε για την επικίνδυνη αποστολή του δεμένος με σχοινί. Το σκοινί ήταν χρήσιμο όχι μόνο για να μπορούν να τον τραβήξουν στην επιφάνεια σε περίπτωση ανάγκης, αλλά και σαν μέσον επικοινωνίας. Τα σφουγγαράδικα που κατευθύνονταν προς την Τυνησία, έφταναν μέσω της Κρήτης, αρχικά στις ακτές της Λιβύης (Τομπρούκ, Ντέρνα, Βεγγάζη, Τρίπολη, κόλπο Σύρτης) και κατόπιν στις ανατολικές ακτές της χώρας.
Κάθε σπογγαλιευτική μονάδα αποτελούταν από πέντε ή έξι σκάφη, εκ των οποίων ένα ήταν ιστιοφόρο (μπρατσέρα) και τα υπόλοιπα μηχανοκίνητα. Οι Καλύμνιοι ναύλωναν συνήθως μεγάλα πλοία, μήκους 6-17 μέτρων, πάνω στα οποία τοποθετούσαν τα μικρά σπογγαλιευτικά τους σκάφη. Τα περισσότερα όμως σκάφη που χρησιμοποιούνταν στη σπογγαλιεία ήταν μικρά. Μετέφεραν τα σκάφανδρα και τις αντλίες οξυγόνου και ήταν επανδρωμένα με δεκαπέντε έως είκοσι άτομα το καθένα, από τα οποία τα μισά περίπου ήταν επαγγελματίες δύτες. Καθώς τα τρεχαντήρια έμεναν στη θάλασσα για περίπου δύο μήνες κάθε φορά, κάθε τέσσερα από αυτά είχαν στη διάθεσή τους και ένα μεγάλο φορτηγό καράβι 50-60 τόνων για να μεταφέρει τους σπόγγους, τα τρόφιμα και τις λοιπές προμήθειες. Επίσης είχαν στη διάθεσή τους κι άλλα μικρότερα πλοία, τα οποία επικοινωνούσαν με τις ακτές ή μετέφεραν από την Ελλάδα προμήθειες ή δύτες για να αντικαταστήσουν αυτούς που πέθαιναν.

 Αφού η διαδικασία επαναλαμβάνονταν αρκετές φορές, τα σφουγγάρια περασμένα σε αρμαθιές ρίχνονται στη θάλασσα όπου με τα κύματα ξεπλένονταν από τα υπολείμματα της μεμβράνης. Στη συνέχεια, ανασύρονταν από τη θάλασσα, στύβονταν και απλώνονταν στον ήλιο για να στεγνώσουν. Μετά πακετάρονται σε σακιά και αποθηκεύονταν στο σκάφος. Πολλές φορές γίνεται στο πλοίο πρόχειρο ψαλίδισμα και κατάταξη σε κατηγορίες με σκοπό την υψηλότερη τιμή πώλησης. Με την επιστροφή του πλοίου τα σφουγγάρια απλώνονται πάλι για να επιδειχθεί η παρτίδα στους εμπόρους.



  

Ψαλίδισμα σφουγγαριών (www.sfax1881-1956.com)
 


Παρασκευή, 8 Αυγούστου 2014

Ελληνικό παντοπωλείο στο Μαρόκο του 1913.



Ένα σημαντικό μέρος των Ελλήνων που εγκαταστάθηκαν στην  Αφρική, καθ’ όλη τη διάρκεια του 20ου αιώνα, στράφηκε προς το χώρο του εμπορίου. Τα περίφημα «ελληνικά παντοπωλεία», μέσω της διατήρησης υποκαταστημάτων σε απομακρυσμένα σημεία στην ενδοχώρα, κατάφεραν να δημιουργήσουν μια στενή σχέση με τους τοπικούς παραγωγούς με αποτέλεσμα να αποκτήσουν το μονοπώλιο διακίνησης ορισμένων αγαθών. Ως εκ τούτου, πολλές φορές ξεπερνούσαν σε κύκλο εργασιών παρόμοιες επιχειρήσεις που άνηκαν σε μέλη της αποικιοκρατικής τάξης, που αν και κατείχαν την πολιτική εξουσία και τον έλεγχο των πρώτων υλών, πολύ δύσκολα δρούσαν μακριά από την πρωτεύουσα της αποικίας.
Το χαρακτηριστικό ελληνικό παντοπωλείο που βλέπουμε παρακάτω ξεκίνησε την λειτουργία του το 1913 στην Καζαμπλάνκα του Μαρόκου και άνηκε στον Θεόδωρο Σάββα, ο οποίος έφυγε από την Λέσβο για να "κυνηγήσει" την τύχη του στην Β. Αφρική.


Ο Θ. Σάββας μαζί με άλλους Έλληνες μπροστά από το πρώτο μαγαζί του στην Καζαμπλάνκα το 1913, όπου δεσπόζει η ελληνική σημαία (Αρχείο Τάκη Σάββα)