Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2014

Ένας Ελληνο-Mοζαμβικανός εναντίον του Apartheid. Η υπόθεση Δημήτρη Τσαφέντα.




(το απόσπασμα προέρχεται από την υπό έκδοση μελέτη με θέμα την ελληνική παροικία της Μοζαμβίκης) 




Μιλώντας για τους Έλληνες που γεννήθηκαν στην Μοζαμβίκη από μεικτούς γάμους θα ήταν μεγάλη παράλειψη να μην σταθούμε σε ένα πρόσωπο που σημάδεψε ευρύτερα τον παροικιακό ελληνισμό της Αφρικής καθώς αποτέλεσε τον πρωταγωνιστή σε ένα γεγονός που άλλαξε την πολιτική ιστορία της Ν. Αφρικής. Ασφαλώς αναφερόμαστε στον Δημήτρη Τσαφέντα, που γεννήθηκε στις 14 Ιανουαρίου 1918 στο Lourenço Marques



Ο Δημήτρης Τσαφέντας την δεκαετία του 1960.


 
       Αν και έχει γραφτεί ένα πλήθος συγγραμμάτων για την περιπετειώδη, μάλλον μυθική ζωή του Τσαφέντα[1], η οποία καθορίστηκε από την δολοφονία του ανθρώπου που ήταν υπεύθυνος για την σύλληψη και εφαρμογή του απεχθούς συστήματος των φυλετικών διαχωρισμών (Apartheid) στην Ν. Αφρική[2], θα ανατρέξουμε σύντομα σε ορισμένα καθοριστικά σημεία της πορείας του.
           Ο πατέρας του, Μιχάλης Τσαφέντης ή Τσαφαντάκης, ο οποίος έλκει την καταγωγή του από την Κρήτη και ήρθε στην Μοζαμβίκη το 1915, δουλεύει ως επιστάτης σε κτήματα της περιοχής που ανήκουν στον Έλληνα Αντώνη Καλογήρου




Το διαβατήριο του Μιχάλη Τσαφέντη.


             Εκεί, μεταξύ των εργατών, θα γνωρίσει την Μοζαμβικάνα μιγάδα Amelia Williams. Αν και η σχέση του Μιχάλη Τσαφεντάκη με την Amelia Williams δεν θα οδηγήσει σε γάμο, το ζευγάρι θα αποκτήσει ένα παιδί, τον Δημήτρη[3].  Με το που γεννιέται όμως, σύμφωνα με κάποιες πληροφορίες η μητέρα πεθαίνει. Τότε ο Τσαφεντάκης, αφού αναγνωρίσει το παιδί, το στέλνει να μεγαλώσει με την γιαγιά του, Κατερίνα, που ζει στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου[4]. Εκεί μαθαίνει ελληνικά και δίπλα στην γιαγιά του ζει οκτώ ευτυχισμένα χρόνια.
              Καθώς όμως η γιαγιά έχει πια μεγαλώσει και δεν είναι σε θέση πια να τον φροντίζει, επιστρέφει στον πατέρα του το 1928. Ο πατέρας του, στο μεταξύ έχει παντρευτεί μια Ελληνίδα, τη Μαρίκα, και έχει μετακομίσει στην Pretoria της Ν. Αφρικής. Η σύζυγος του Τσαφαντάκη αγνοεί τον μικρό Δημήτρη, με αποτέλεσμα, δύο χρόνια αργότερα, εκείνος να πάρει τον δρόμο της φυγής με κατεύθυνση την Μοζαμβίκη. Στο σημείο αυτό να σημειώσουμε ότι από τη στιγμή αυτή και μετά, ο Δημήτρης Τσαφέντης ή Τσαφαντάκης, αλλάζει το επώνυμό του σε Τσαφέντας.
             Στην εφηβεία, επιστρέφει στην Ν. Αφρική όπου δουλεύει ως εργάτης ενώ βρίσκεται οργανωμένος στο κομμουνιστικό κόμμα[5], αφού πέρα των πολιτικών πεποιθήσεων που αποκτά ο Δημήτρης, η συγκεκριμένη πολιτική παράταξη είναι η μόνη που δέχεται τους μιγάδες, τους «κολοράτους» όπως τους αποκαλούσαν, καθώς ούτε το ANC, το Νοτιοαφρικανικό Κογκρέσο, δεν αναγνώριζε τους μιγάδες. Ενήλικος πλέον, και λόγω του ανήσυχου πνεύματός του, θα βρει δουλειά ως ναυτεργάτης. Το 1942 θα εγκαταλείψει την Ν. Αφρική με προορισμό τον Καναδά και κατόπιν τις ΗΠΑ. Στην Αμερική νοσηλεύτηκε σε ψυχιατρείο, έπειτα από τορπιλισμό που δέχθηκε το πολεμικό πλοίο που δούλευε. Μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου θα εγκατασταθεί για λίγο στην Ελλάδα και αργότερα θα ναυτολογηθεί σε ένα πλοίο το οποίο όμως εγκαταλείπει στη Μασσαλία. Από κει προχωρά και κατευθύνεται στην Πορτογαλία επιχειρώντας να εισέλθει. Θα συλληφθεί, αλλά όταν αποδεικνύει την πορτογαλική ιθαγένεια υποχρεώνεται σε στράτευση και στέλνεται στη Μοζαμβίκη. Το 1951 φεύγει από τη Μοζαμβίκη και το 1952 συλλαμβάνεται γιατί προσπάθησε να φύγει από την Πορτογαλία με ελληνικό διαβατήριο. Από τον Απρίλιο του 1953 μέχρι και το Νοέμβριο νοσηλεύεται σε μια ψυχιατρική κλινική[6]. Στο διάστημα αυτό, των 20 χρόνων κατά το οποίο θα ταξιδέψει σε όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου, στέλνοντας γράμματα στους γονείς του, θα μάθει οκτώ γλώσσες, ενώ θα αποκτήσει πολλές εμπειρίες, μερικές εκ των οποίων θα τον σημαδέψουν στην υπόλοιπη ζωή του.
           Το 1957 συμμετέχει στην άοπλη διαδήλωση των 20.000 έγχρωμων Νοτιοαφρικανών στην κωμόπολη Sharpeville, λίγα χιλιόμετρα έξω από το Johannesburg, η οποία διακόπτεται από τα πυρά 20 αστυνομικών, οι οποίοι σκοτώνουν 69 άτομα και τραυματίζουν 830. Μεταξύ των τραυματισμένων είναι και ο Δημήτρης Τσαφέντας.[7] Το 1961 τα ίχνη του Τσαφέντα εντοπίζονται στην Ιορδανία ενώ το 1964 επιστρέφει στην Μοζαμβίκη. Μετά από τον θάνατο του πατέρα του και ύστερα από πρόσκληση και βοήθεια του γαμπρού του θα γυρίσει λίγο αργότερα στην Ν. Αφρική. Το apartheid όμως δεν τον δέχεται, γιατί είναι μιγάς[8]. Βέβαια και η στάση της οικογένειάς του αλλά και ευρύτερα της ελληνικής παροικίας δεν είναι η αρμόζουσα, καθώς κανείς δεν του δίνει σημασία κα αρνείται να τον βοηθήσει να επιβιώσει. Περιφερόμενος πλέον και χωρίς φυλετική ταυτότητα ως μιγάς, γνωρίζει στο Cape Town μια οικογένεια μαύρων. Αρχικά μένει μαζί τους και στη συνέχεια, έχοντας ερωτευτεί την κόρη τους, ζητά να αλλάξει την φυλετική ταυτότητα που αναγράφεται στο διαβατήριό του και να γίνει μαύρος, ώστε να μπορεί να την παντρευτεί. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι απαγορεύονταν ρητά οι γάμοι μεταξύ ατόμων διαφορετικής φυλετικής προέλευσης.
            Παρ’ όλες τις προσπάθειές του, δεν καταφέρνει να επιτύχει την αλλαγή στο διαβατήριό του. Την ίδια περίοδο πιάνει δουλειά στην Βουλή, ως κλητήρας, ύστερα από την συστατική επιστολή του Αντώνη Καλόγηρου κτηματία από το Durban, έχοντας όμως στο μυαλό του να δολοφονήσει τον πρωθυπουργό της χώρας που είναι υπεύθυνος για το apartheid[9]. Το σχέδιο θα υλοποιηθεί την 6/9/1966, στις 14:30, όταν και θα καταφέρει τέσσερεις μαχαιριές στον πρωθυπουργό της χώρας Verwoerd, την ώρα που κατέβαινε από το βήμα της βουλής. Ο Verwoerd θα υποκύψει τρεις μέρες αργότερα.


Πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «The Star» με ημερομηνία 8/9/1966.



             Η δίκη-παρωδία η οποία ξεκίνησε στις 20/10/1966 κράτησε τέσσερεις ημέρες. Ο Τσαφέντας αρνείται τον συνήγορο που του διόρισε το καθεστώς και δηλώνει «Έκανα το καθήκον μου. Σκοτώστε με». Αρχικά η απόφαση είναι καταδίκη σε θάνατο. Η κυβέρνηση όμως προσπαθεί να τον βγάλει τρελό για να αποφύγει την πολιτικοποίηση του θέματος και την συμπαράσταση στον κατηγορούμενο από το εξωτερικό. Οι δικαστές, βασιζόμενοι στα λόγια του Τσαφέντα ότι «έπαιρνε εντολές από ένα σκουλήκι που ζούσε μέσα στο στομάχι του», κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι είναι ψυχοπαθής και μετέτρεψαν την ποινή του σε ισόβια, αφήνοντας μάλιστα την μελλοντική του τύχη στα χέρια του προέδρου της χώρας. Κατόπιν, ύστερα από δικαστική εντολή θα τον μεταφέρουν στις φυλακές υψίστης ασφαλείας της Pretoria. Εκεί, σε ένα μικροσκοπικό κελί, δίπλα στον τόπο εκτέλεσης των θανατοποινιτών, θα αρχίσουν τα καθημερινά του βασανιστήρια[10]. Το 1986 μεταφέρεται στις φυλακές Zonderwater, ενώ το 1988, αν και η υγεία του έχει κλονιστεί, η διεθνής αμνηστία θα μείνει αδρανής. Το 1994 θα μεταφερθεί στην ψυχιατρική κλινική του νοσοκομείου στο Sterkfontein[11], όπου θα ζήσει τα τελευταία χρόνια της ζωής, λησμονημένος από συγγενείς και συμπατριώτες. Στις 10/10/1999 θα αφήσει την τελευταία του πνοή και, συνοδεία τεσσάρων Ελλήνων και μερικών ντόπιων, θα οδηγηθεί στην τελευταία του κατοικία με έξοδα της ελληνικής κοινότητα του Krugersdorp. Τάφηκε μάλιστα δίχως ταφόπλακα, μόνο με μια πέτρα με τον αριθμό J59, τον αριθμό του ως κρατουμένου, σαν μια απέλπιδα προσπάθεια του κράτους της Ν. Αφρικής να εξαλείψει την μνήμη της πιο αμφισβητούμενης ελληνικής προσωπικότητας της Αφρικής.


 Το σημείο ταφής του Δημήτρη Τσαφέντα με την χαρακτηριστική απουσία μνήματος


[1] Εκτός από τα κατά καιρούς αφιερώματα στο διεθνή Τύπο, για τον Δημήτρη Τσαφέντα έχουν γραφτεί μελέτες, μυθιστορήματα, μέχρι και θεατρικά έργα. Στην ξένη βιβλιογραφία δεσπόζουσα θέση έχουν τα Henk Van Woerden, The Assassin: Α Story of Race and Rage in the Land of Apartheid, Metropolitan Books, 2001, Krueger, Α., R., θεατρικό έργο Living in Strange Lands: The Testimony of Dimitri Tsafendas, Dickson Α Mungazi, The Tragedy of Apartheid in South Africa: Hendrik F. Verwoerd and Dimitri Tsafendas Meet at the Crossroads, Morris Publishing, 2006. Στα ελληνικά τώρα κυκλοφορεί το Henk Van Woerden, Αναπαράσταση μιας δολοφονίας, (μετάφραση Joanna Dullaart, Κατερίνα Παπαδοπούλου), εκδ. Κέδρος, 2001, το ντοκιμαντέρ του Μανώλη Δημελλά, Live and let live. Οδοιπορικό στην ταραχώδη ζωή του Δημήτρη Τσαφέντα, το διήγημα «Ο Τσαφέντας» του Γιώργου Δαμιανού, το θεατρικό «I.D του Antony Sher, καθώς και το υπό έκδοση θεατρικό «Ένας είμαι» των Απόστολου Θηβαίου και Γιώργου Δαμιανού.
[2] Nancy L. C.,- Worger, W., South Africa: The Rise and Fall of Apartheid, Routledge, 2013., Lodge, T., Black Politics in South Africa Since 1945, New York: Longman, 1983, Goldin, I.. Making race: the politics and economics of coloured identity in South Africa, 1987, Ungar, S., Africa: the people and politics of an emerging continent, 1989, Simon & Schuster., Boner, P., Delius, P., Posel, D., «The Shaping of Apartheid, contradiction, continuity and popular struggle», The Worlds Knowledge, (1993), σσ. 1–47, Pomeroy, W., Apartheid, imperialism, and African freedom. International Publishers, 1986, Klotz, A., Norms in International Relations: The Struggle Against Apartheid. Cornell University Press, 1999.
[3] Μιχελής, Μ., «Δημήτρης Τσαφέντας: Έκανα το καθήκον μου …εσείς;», περ. Σχολιαστής, τχ. 70, 24/6/1988.
[4] Hollington, K., Wolves, Jackals, and Foxes: The Assassins Who Changed History, New York: Macmillan, 2008, σ. 116.
[5] Dyzenhaus, D., Judging the Judges, Judging Ourselves: truth, reconciliation and the apartheid legal order, Oxford: Hart Publishing, 1998, σ. 50.
[6] Δημοσίευμα Εφημερίδας Ταχυδρόμος με ημερομηνία 9/9/1966.
[7] Μιχελής, Μ., «Δημήτρης Τσαφέντας: Έκανα το καθήκον μου …εσείς, σ. ίδιο,  σ. 14-15.
[8] Kahn, E. J., The Separated People: A Look at Contemporary South Africa., New York City: W. W. Norton & Company, σ. 149.
[9] Cole, C. M., Performing South Africa's Truth Commission: Stages of Transition. Bloomington, Indiana: Indiana University Press, 2010, σ. 31, 226, Thomas M., Encyclopedia of the Developing World 1, New York, New York: Routledge/Taylor & Francis, 2010, σ. 1661, Coombes, A., History after Apartheid: Visual Culture and Public Memory in a Democratic South Africa. Durham, North Carolina: Duke University Press, 2003, σ. 22.
[10] Robins, J., «The Assassin and the Tapeworm», The New Statesman, London. 27/3/ 2000.
[11] Δημοσίευμα με τίτλο «Dimitri Tsafendas, S. African Assassin» της εφημερίδας The Los Angeles Times με ημερομηνία 8/10/1999.