Πέμπτη 30 Απριλίου 2015

Έλληνες πρωτεργάτες στο συνδικαλιστικό κίνημα της Μοζαμβίκης



(το απόσπασμα προέρχεται από την υπό έκδοση μελέτη με θέμα την ελληνική παροικία της Μοζαμβίκης)





Ένας από τους πρωτεργάτες του συνδικαλιστικού κινήματος στην Ν. Αφρική ήταν ο Δημήτρης Σπανός, νεαρός μεταλλωρύχος από την Αράχωβα. Το 1902, ο Σπανός μαζί και με άλλους Έλληνες, προσπάθησε να συσπειρώσει τους εργάτες στο Johannesburg προς την κατεύθυνση της δημιουργίας σωματείου προκειμένου να προασπίσει τα συμφέροντά τους[1]. Σύμφωνα λοιπόν με τις μαρτυρίες των συγχρόνων του, ο Σπανός αποτέλεσε πρωτεργάτη του σοσιαλιστικού κινήματος στη Νότια Αφρική. Για άγνωστους όμως λόγους έφυγε από το Johannesburg και εγκαταστάθηκε το 1903 στο Lourenço Marques. Εκεί άνοιξε ένα πρακτορείο περιοδικών και εφημερίδων με πλήθος ξένων εκδόσεων, μοναδικό στο είδος του στην Πορτογαλική Ανατολική Αφρική.[2] Παρά το γεγονός όμως της απουσίας του από το χώρο των μεταλλωρύχων και την πρώτη γραμμή του συνδικαλιστικού κινήματος, ο Σπανός συνέχισε από άλλο πόστο την προσπάθειά του διακινώντας την εφημερίδα «International» της Industrial Socialist League, από το 1915 μέχρι και το 1921[3], με σκοπό την αφύπνιση του εγχώριου εργατικού δυναμικού προς την κατεύθυνση της δημιουργίας συλλογικού οργάνου.




Μέχρι και το 1909, οπότε και η ανάγκη για εργατικό δυναμικό δεν είχε ακόμη εντατικοποιηθεί, η πλειοψηφία των κατοίκων του Lourenço Marques ζούσε από την αγροτική παραγωγή. Την περίοδο που ο Σπανός εγκαταστάθηκε στη Μοζαμβίκη, ο διαχωρισμός του εργατικού δυναμικού με βάση τη φυλή, την εξειδίκευση και το είδος της απασχόλησης δημιούργησε πρόσφορο έδαφος για δημιουργία συνδικαλιστικών φορέων[4]. Πράγματι, μέχρι το 1910 οι περισσότεροι λευκοί εργάτες ήταν συνδικαλισμένοι. Επιπρόσθετα, την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα πλήθος εργατών από το Transvaal θα εγκαταλείψουν σταδιακά τα ορυχεία και θα εγκατασταθούν στο Lourenço Marques, όπως ο Θεόδωρος Σφηναρόλης[5]. H άνοδος του πληθωρισμού το 1914 σε συνδυασμό με την άνοδο των βασικών προϊόντων διατροφής και του κόστους ενοικίασης θα δυσχεράνει τη διαβίωσή τους. Ως αποτέλεσμα, μεταξύ 1910-1925, μέσω της ένωσής τους Uniao Ferroviario διεκδίκησαν μέσω απεργιών μισθολογικά οφέλη[6]. Η πρώτη και σημαντικότερη απεργία θα γίνει το Μάιο του 1917, ενώ μεταξύ 1918-1921 θα ακολουθήσουν νέες με αίτημα την άνοδο των αμοιβών και τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας.
         Μεταξύ των πρώτων συμμετεχόντων στις απεργίες αυτής της περιόδου συγκαταλέγονται και Έλληνες, οι οποίοι εργάζονταν στο χώρο της αλιείας στην περιοχή του νησιού Inhaca[7]. Την εποχή εκείνη οι αλιείς που δραστηριοποιούνταν στο νησί Inhaca, απέναντι από το Lourenço Marques, ζήτησαν αύξηση στις αμοιβές τους από τον μεγαλέμπορο Caesar, στον οποίο πουλούσαν τα προϊόντα τους. Επειδή όμως το αίτημά τους δεν εισακούστηκε, οι Έλληνες αλιείς παρότρυναν το σύνολο των αλιέων της περιοχής να απεργήσουν, διεκδικώντας καλύτερες τιμές για τα προϊόντα τους, κάτι που τελικά επιτεύχθηκε.


[1] Mantzaris, E., «The Greek Miners in the Transvaal, South Africa: A Sociohistorical Investigation, 1902-1913» σ. ίδιο, σ. 25.
[2] Νικολαίδης, Οδηγός των Ελληνικών Παροικιών της νοτίου Αφρικής.., ό. π., σ. 205.
[3] Mantzaris, «The Promise of the Impossible Revolution: The Cape Town, Industrial Socialist league 1918-1921», Studies in the History of Cape Town, vol. 4, UCT, Center of African Studies,1981.
[4] Penvenne, J. M., «Labor Struggles at the Port of Lourenço Marques, 1900-1933»,  in The Struggle for Liberation in Southern Africa (Fall, 1984), Review (Fernand Braudel Center) Vol. 8, No. 2, σ. 269.
[5] Προφορική συνέντευξη με την Χρυσούλα Σπιναρόλη του Θεοδώρου, Μάιος 2012.
[6] Lima, Α. Pereira, Historia dos Caminhos de Ferro de Mocambique, Lourenço Marques,  1971
[7] Zamparoni, V.D., Colonialismo e paisagem social em Lourenço Marques c. 1890- c.1940, Universidade De Sao Paulo, Faculdade de Filosofia, Letras e Ciências Humanas, Programa de Pós-Graduação em História, 1998, σ. 218.






Τρίτη 17 Μαρτίου 2015

Το διάβημα των Ελλήνων του Ζιμπάμπουε για το ζήτημα του προξενείου το 1934



Καθώς οι Έλληνες εγκαθίστανται στην Αφρική και σταδιακά συγκροτούν κοινότητες και χτίζουν εκκλησίες, το ελληνικό κράτος προχωρά στην ίδρυση προξενικών γραφείων, κάποια εκ των οποίων με τα χρόνια μετεξελίσσονται σε πρεσβείες. Μετά το πρώτο τέταρτο του 20ου αιώνα, η παρουσία των Ελλήνων στην τότε Ροδεσία (σημ. Ζιμπάμπουε) άρχισε να παρουσιάζει μια αυξητική ροή. Καθώς μάλιστα η συμμετοχή του ελληνικού στοιχείου στην οικονομική ζωή της Νοτιοανατολικής Αφρικής γινόταν εντονότερη και προκειμένου να διασφαλιστούν τα συμφέροντα των παροίκων, η ύπαρξη ελληνικής διπλωματικής εκπροσώπησης στην χώρα, μέσω του θεσμού του προξενείου, ήταν επιβεβλημένη. Βέβαια, τα πρώτα χρόνια, το προξενείο του Salisbury (σημ. Harare) ήταν άμισθο, ενώ οι πρώτοι πρόξενοι ήταν συνήθως επιτυχημένοι έμποροι που συνδύαζαν τις ιδιωτικές τους δραστηριότητές με τη διπλωματική εκπροσώπηση της Ελλάδας. Μάλιστα, τις πρώτες δεκαετίες, τις ανάγκες των παροίκων εξυπηρετούσαν ξένοι επίτιμοι πρόξενοι.
Αυτό το γεγονός όμως δημιουργούσε αρκετά προβλήματα στην ελληνική παροικία της χώρας, αφού πολλές φορές οι ξένοι πρόξενοι δεν γνώριζαν ελληνικά και ως εκ τούτου υπήρχε ουσιώδες πρόβλημα επικοινωνίας. Συνήθως δεν έδειχναν ιδιαίτερο ζήλο για τα προβλήματα και τις ανησυχίες των παροίκων, ενώ αρκετοί απουσίαζαν επί μακρόν από τον χώρο ευθύνης τους. Έτσι τον Σεπτέμβριο του 1934, η ομοσπονδία των Ελληνικών Κοινοτήτων της Ροδεσίας έστειλε υπόμνημα προς τον πρωθυπουργό Π. Τσαλδάρη, τους Προέδρους της Βουλής και της Γερουσίας, τον Υπουργό Εξωτερικών Δ. Μάξιμου και τους Αρχηγούς των Κομμάτων, σχετικά με το Προξενείο της Ελλάδας στη Ροδεσία και τους λόγους αντικατάστασης του εκεί Προξένου της Ελλάδας Κ.Π. Μπάθουρστ από Έλληνα πρόξενο.