Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2016

Έλληνες πρωταγωνιστές στη νεότερη πολιτική ιστορία του Σουδάν

(το απόσπασμα προέρχεται από την έρευνα στα πλαίσια της διδακτορικής μου διατριβής με θέμα την ελληνική παροικία του Σουδάν)


Αν και για τους περισσότερους η παρουσία των Ελλήνων στην Αφρική είναι συνυφασμένη με την επιχειρηματική τους δραστηριότητα, υπήρξαν κάποιοι που είχαν και ενεργό ρόλο στα πολιτικά δρώμενα της χώρας όπου εγκαταστάθηκαν. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελεί η ιστορία της οικογένειας Γιαλούρη στο Σουδάν.
Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα στην ιστορία του Σουδάν, μετά την ανεξαρτησία του, αποτέλεσε η προσπάθεια των νοτίων επαρχιών για αυτοδιάθεση που οδήγησε στον πιο μακροχρόνιο εμφύλιο πόλεμο που έλαβε χώρα σε αφρικανικό έδαφος, καθώς διήρκεσε μέχρι και το 2005, με μόνη ανάπαυλα την περίοδο 1972-1983.
Στον σουδανικό εμφύλιο υπήρχε και ελληνική ανάμειξη καθώς μέλη της οικογένειας Γιαλούρη συμμετείχαν στο αυτονομιστικό κίνημα. Πρόκειται για μια οικογένεια με καταγωγή από το Πλωμάρι της Λέσβου η οποία από πολύ νωρίς δέθηκε με τον ντόπιο πληθυσμό και προχώρησε σε μεικτούς γάμους. Η πορεία της οικογένειας στο Σουδάν ξεκίνησε όταν ο Δημήτρης Γιαλούρης μετανάστευσε στα τέλη της δεκαετίας του 1930 στο Gogrial της επαρχίας Bahr El Ghazal  του Σουδάν. Το 1932 παντρεύτηκε την Ayen Achom, από τη φυλή των Dinka και απέκτησε τρεις γιους, το Γιάννη (1935-?), το Βασίλη (1937-?) και το Γρηγόρη (1941)[1].





O Δημήτρης Γιαλούρης με τη σύζυγό του Ayen Achom(Αρχείο Μαρίνας Γιαλούρη)




 Στην διάρκεια λοιπόν του πρώτου σουδανικού εμφύλιου πολέμου (1955-1972) πήραν μέρος και οι τρεις γιοί του Δημήτρη Γιαλούρη, οι οποίοι προμήθευαν με όπλα τον στρατό των Anyanya[1]. Μάλιστα στη διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων ο Βασίλης και ο Γιάννης Γιαλούρης συνελήφθηκαν και  εκτελέστηκαν[2]


O Βασίλης Γιαλούρης στο μαγαζί του πατέρα του 



Καθώς οι πολεμικές επιχειρήσεις γινόταν όλο και περισσότερες με χιλιάδες θύματα, η ζωή των παροίκων τέθηκε σε κίνδυνο με αποτέλεσμα οι Έλληνες να φύγουν από την περιοχή και οι ελληνικές κοινότητες που βρίσκονταν στα νότια του Σουδάν να πάψουν να υφίστανται.

Ελάχιστοι παρέμειναν, ενώ η τρίτη γενιά της οικογένειας Γιαλούρη συνέχισε να συμμετέχει στον αγώνα για ανεξαρτησία του Νότου. Στις πολεμικές επιχειρήσεις συμμετείχε και ο γιος του Βασίλη, Γρηγόρης Γιαλούρης[3], ο οποίος όχι μόνο εντάχθηκε από τα δεκαέξι τους στις δυνάμεις των ανταρτών, φτάνοντας στον βαθμό του λοχαγού, αλλά το 1995 διορίστηκε και μέλος της μεταβατικής Εθνοσυνέλευσης της επαρχίας του Ισημερινού. Το 2005 διορίστηκε στρατιωτικός διοικητής στα ανατολικά του Gogrial, ενώ σήμερα είναι υποστράτηγος του στρατού του Νοτίου Σουδάν.


[1] Προφορική συνέντευξη με τη Μαρίνα Γιαλούρη, εγγονή του Βασίλη Γιαλούρη, Σεπτέμβριος 2015.

[2] Πληροφορίες όπως καταγράφηκαν από τον ανθρωπολόγο Godfrey Lienhardt, ο οποίος στα τέλη της δεκαετίας του 1940 πήγε να αγοράσει προμήθειες σε ένα μαγαζί που άνηκε στον έμπορο Δημήτρη Γιαλούρη. (Πηγή http://southernsudan.prm.ox.ac.uk/, Accession Number:2005.51.485, Godfrey Lienhardt Collection)


[3]Αναφέρεται ως Gregory Vasily.



Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2015

Οι Έλληνες του Burundi δίνουν καταφύγιο σε πρόσφυγες από την Ελλάδα στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου

(το απόσπασμα προέρχεται από την υπό έκδοση μελέτη με θέμα την ελληνική παροικία τ Burundi και της Rwanda)


Στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τόσο το Congo όσο και το Burundi φιλοξένησαν σχεδόν 3.000 πρόσφυγες από την Ελλάδα, οι οποίοι μέσω Αιγύπτου κινήθηκαν νοτιότερα. Η βελγική διοίκηση δημιούργησε κέντρα διαμονής και περίθαλψης των προσφύγων, ενώ ο Εμμανουήλ Αναγνωστόπουλος[1], ορίστηκε γενικός επίτροπος, υπεύθυνος για τους Έλληνες. Ως αποτέλεσμα, την περίοδο 1942-1945, διέμεναν στην Kitega και στην Bujumbura του Burundi μερικές εκατοντάδες Ελλήνων προσφύγων. 
       Παρόλο το μικρό της δημογραφικό εκτόπισμα, η τοπική ελληνική παροικία βοήθησε τους συμπατριώτες της. Μάλιστα, μετά το τέλος του πολέμου αρκετοί από τους πρόσφυγες παρέμειναν στο Burundi για να εργαστούν ή να παντρευτούν με μέλη της τοπικής ελληνικής παροικίας.



                                     Η ελληνική παροικία του Burundi την περίοδο 1941-1945 





                                         Προσφυγικοί καταυλισμοί στο Burundi την περίοδο 1941-1945 



                                      Προσφυγικοί καταυλισμοί στο Burundi την περίοδο 1941-1945

[1] Lerberghë, Μ., Les réfugiés grecs au Congo Belge (1942-1945), Bruxelles, 1947 και Lederer, A., L'odyssée des réfugiés grecs au Congo pendant la deuxième guerre mondiale, Bulletin Séance, Acad. r.Sci. Outre-mer, 1981, Vol.27, Nr.3, σσ. 315-330.

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2015

Οι Έλληνες του Burundi οργανώνουν αποστολή διάσωσης των συμπατριωτών τους στο Congo το 1964

(το απόσπασμα προέρχεται από την υπό έκδοση μελέτη με θέμα την ελληνική παροικία τ Burundi και της Rwanda)


Το 1960 το Congo απέκτησε μετά από πολύ μεγάλο αγώνα την ανεξαρτησία του από τους Βέλγους. Η μετάβαση όμως στην νέα κατάσταση ήταν μια επίπονη διαδικασία η οποία επηρέασε σε σημαντικό βαθμό τη ζωή των Ελλήνων του Congo. Οι παρενέργειες των όσων διαδραματίστηκαν την χρονιά εκείνη έφτασαν μέχρι το όμορο Burundi. Τον Ιούλιο του 1960 ξέσπασαν ταραχές στο Congo με αποτέλεσμα περισσότεροι από 14.500 Ευρωπαίοι, μεταξύ των οποίων και Έλληνες, να αναγκαστούν να εκκενώσουν την χώρα με κάθε μέσο και να καταφύγουν στις γειτονικές χώρες Rhodesia, Congo-Brazzaville, Angola, Uganda και Burundi[1]. Ένα από τους κύρια σημεία μεταφοράς των  Ευρωπαίων προσφύγων ήταν και η Bujumbura, η οποία διευκόλυνε την από αέρος αλλά και μέσω της λίμνης Τανγκανίκας προσβασιμότητα. 


Το 1964, η κατάσταση στο Congo ήταν πάλι πολύ τεταμένη. Ως εκ τούτου, πολλοί Έλληνες που διέμεναν στην Uvira κατέφυγαν στην Bujumbura. Γρήγορα όμως τα γεγονότα πήραν άλλη τροπή και διακόπηκε η επικοινωνία με το Albertville μέσω της λίμνης Tanganyika. Αυτό όμως είχε ως αποτέλεσμα να εγκλωβιστούν 36  Έλληνες.





 Τότε ο αντιπρόεδρος της ελληνικής κοινότητας του Burundi, Δημήτρης Καστάνιας, ο οποίος ταξίδευε συχνά στο Albertville για δουλειές, κατέβαλλε προσπάθειες να τους βοηθήσει να μεταβούν στην Bujumbura. Μάλιστα οι Έλληνες του Burundi αποφάσισαν να ναυλώσουν πλοίο ή αεροπλάνο προκειμένου να μεταφερθούν οι συμπατριώτες τους από το Albertville με ασφάλεια. Για το σκοπό αυτό η κοινότητα ζήτησε με έγγραφο την επίσημη κάλυψη του προξενείου στο Leopoldville ή Elisabethville[2].  Αν και η απάντηση από το προξενείο δεν ήρθε ποτέ, με τη βοήθεια των Ελλήνων του Burundi, οι εγκλωβισμένοι Έλληνες που ζούσαν στο Albertville, κατάφεραν να διαφύγουν. Μάλιστα μέχρι να ομαλοποιηθεί η κατάσταση, φιλοξενηθήκαν σε σπίτια Ελλήνων της Bujumbura.


[1] Εφημερίδα Ταχυδρόμος, 12/7/1960.
[2] Aρχείο Ελληνικής κοινότητας Ruanda-Urundi, λ. ε., με αρ. 127/26-7-1964.

Τρίτη 18 Αυγούστου 2015

Ένας Έλληνας της Ζάμπια απέναντι στην αποικιοκρατεία της Μ. Βρετανίας



Βρισκόμαστε στη Ζάμπια, άλλοτε Βόρεια Ροδεσία, το 1969, λίγα  χρόνια μετά την ανεξαρτησία της χώρας από τους Βρετανούς. Κύρια πλουτοπαραγωγική πηγή της Ζάμπια είναι τα ορυχεία χαλκού τα οποία ανήκουν στη British South Africa Company (BSA)και η οποία αποτελούσε μια ιδιότυπη μορφή αποικιοκρατικής εξουσίας σε ολόκληρη την ΝΑ Αφρική, από τα τέλη του 19ου αιώνα. 








Το 1964, όταν η Ζάμπια έγινε ανεξάρτητο κράτος, κατοικούσαν στη χώρα περίπου 500 Έλληνες, κυρίως επιχειρηματίες και έμποροι. Ένας εξ αυτών ήταν ο Ανδρέας Σαρδάνης, ο οποίος γεννήθηκε στην Κύπρο και το 1950 έφτασε στη Βόρεια Ροδεσία.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 συντάχθηκε με την προσπάθεια των ντόπιων  για ανεξαρτησία και το 1965 διορίστηκε γενικός γραμματέας του νεοσυσταθέντος υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Ορυχείων (Industrial Development Corporation -Indeco). Κατέχοντας αυτή τη θέση, ηγήθηκε της προσπάθειας της Ζάμπια να επανακτήσει την πλειοψηφία των μετοχών από τα ορυχεία χαλκού, αφού η βρετανική κυβέρνηση ήταν κάθετη στην δωρεάν παραχώρησή τους, αν και πλέον δεν ήταν αυτή που διοικούσε τη Ζάμπια.
 Μια  προσπάθεια επίπονη που είχε απέναντι της την άλλοτε βρετανική αυτοκρατορία και τα συμφέροντα της BSA, οι οποίες προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να διατηρούσαν τα κεκτημένα. Αν και η χώρα ήταν ανεξάρτητη, οι Βρετανοί δεν ήθελαν με κανένα τρόπο να δεχτούν την παράδοση της διοίκησης των ορυχείων, τα οποία είχαν καταληφθεί την εποχή που ο Cecil Rhodes και η εταιρεία του  (BSA) μετέτρεπαν  τη ΝΑ Αφρική σε προσωπικές κτήσεις. Με την συνεχή προσπάθεια του προέδρου της χώρας και του Σαρδάνη, η Ζάμπια απέκτησε το 51% των μετοχών των ορυχείων έναντι £2,000,000 αντί των £35,000,000 που ζητούσαν οι Βρετανοί.



 Το 1970 ο Α. Σαρδάνης διορίστηκε και πρόεδρος της «Mining Development Corporation», αναλαμβάνοντας την ευθύνη για την ανάπτυξη του τομέα εξόρυξης χαλκού.