Σάββατο 23 Αυγούστου 2014

O Ελληνικός Αθλητικός Σύλλογος του Σουδάν - 100 και πλέον χρόνια ιστορίας




Η ίδρυση των πρώτων ελληνικών αθλητικών συλλόγων ανάγεται στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα και εντοπίζεται τόσο εντός, όσο και εκτός των συνόρων του ελληνικού κράτους. Πέρα από την Αθήνα και τον Πειραιά, σε πόλεις όπου διαβιούσαν πολυπληθείς και οικονομικά εύρωστες ελληνικές κοινότητες όπως η Κων/πολη, η Σμύρνη και η Αλεξάνδρεια θα κάνουν την εμφάνισή τους οι πρώτοι αθλητικοί σύλλογοι[1]. Αν και αρχικά η δράση τους επικεντρωνόταν στην γυμναστική, σταδιακά αναπτύχθηκαν και άλλα αθλήματα όπως η σκοποβολή, το τένις, το ποδόσφαιρο κ.ά. Στα επόμενα χρόνια και ιδιαίτερα μετά το τέλος της πρώτης δεκαετίας του 20ου αιώνα, σε ολοένα και περισσότερες πόλεις, εντός και εκτός του ελληνικού κράτους δημιουργήθηκαν αθλητικοί σύλλογοι και αναπτύχθηκε αθλητική δράση. Την εποχή αυτή θα ξεκινήσει και η ιστορία του αθλητισμού σε συλλογικό επίπεδο εντός της ελληνικής παροικίας του Σουδάν. 

Το ελληνικό στοιχείο του Σουδάν και ιδιαίτερα του Χαρτούμ, από πολύ νωρίς θα ασχοληθεί με τον αθλητισμό σε οργανωμένη βάση και για το σκοπό αυτό θα συγκροτήσει ένα από τα παλαιότερα ελληνικά αθλητικά σωματεία, τον Ελληνικό Σκοπευτικό Σύλλογο. Η ιστορία του Ελληνικού Σκοπευτικού Συλλόγου ξεκινά το 1907 και περιλαμβάνει πέρα από την διεξαγωγή αγώνων μεταξύ των μελών της ελληνικής παροικίας και την συμμετοχή σε τουρνουά με την συμμετοχή και άλλων συλλόγων. Έτσι, το 1912, μαζί με άλλες επτά ομάδες σκοποβολής, θα συμμετάσχει στην διοργάνωση Wingate Shield League[2]. Ο Ελληνικός όμως σύλλογος διατηρεί και ποδοσφαιρική ομάδα, η οποία, το 1912, θα αναμετρηθεί με το British Football Club αλλά και με την ομάδα του σχολείου Cadet[3].
            Εκτός όμως από τον Ελληνικό Σκοπευτικό Σύλλογο, το 1908 θα ιδρυθεί  στο Χαρτούμ άλλο ένα αθλητικό σωματείο, ο Ελληνικός Γυμναστικός Σύλλογος. Η ανεξάρτητη όμως δράση των δύο συλλόγων δεν θα διαρκέσει για πολύ. Καθώς ένας σημαντικός αριθμός των μελών της παροικίας σπεύδει να καταταγεί στον ελληνικό στρατό που μάχεται κατά την διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων, κρίνεται σκόπιμο να συγχωνευθούν οι δύο προαναφερθέντες σύλλογοι[4]. Από την συνένωση αυτή που πραγματοποιήθηκε στις 2/11/1913 θα προκύψει ο «Ελληνικός Αθλητικός Σύλλογος» με χρώματα το μπλε και το άσπρο. 




Για περισσότερο από έναν αιώνα, αφού η δράση του συλλόγου συνεχίζεται μέχρι και σήμερα, ο Ε.Α.Σ. θα αποτελέσει σημείο αναφοράς όχι μόνο στην ζωή της ελληνικής παροικίας του Σουδάν, αλλά και ολόκληρης της αθλητικής ιστορίας της αφρικανικής χώρας. Ένας σύλλογος με διακρίσεις σε ένα πλήθος αγωνισμάτων μεταξύ των οποίων το ποδόσφαιρο, το volleyball, το basketball, το tennis κ.ά. Αναμφισβήτητα όμως το καμάρι του συλλόγου ήταν ανέκαθεν η ομάδα του basketball, η οποία αναδείχθηκε πολλές φορές πρωταθλήτρια στις διασυλλογικές οργανώσεις των δεκαετιών του ’40,’50 και ’60, όταν οι Έλληνες του Σουδάν ξεπερνούσαν σε πληθυσμό τα 5.000 άτομα.  











[1] Φαίνεται ότι ο πρώτος ελληνικός αθλητικός σύλλογος ήταν ο Μίλων, που ιδρύθηκε στην Αλεξάνδρεια το 1873 από μέλη της ελληνικής κοινότητας. Τέσσερα χρόνια αργότερα ιδρύθηκε ο Ερμής στην Κωνσταντινούπολη, ενώ το 1878 συστήθηκε στην Αθήνα ο Ελληνικός Γυμναστικός Σύλλογος. Στο α' μισό της δεκαετίας του 1880 εμφανίστηκαν στην Αθήνα δύο ακόμη σωματεία: ο Αθηναϊκός Γυμναστικός Σύλλογος (1882) και ο Αθλητικός Σύλλογος Αθηνών (1885). Το 1890 ιδρύθηκε ο Ορφέας στη Σμύρνη και ο Πανελλήνιος στην Αθήνα, το 1891 ο Παναχαϊκός στην Πάτρα, το 1892 η Ολύμπια στη Λεμεσό, το 1893 ο Κερκυραϊκός, ο Απόλλωνας Σμύρνης και ο Εθνικός Γ.Σ. στην Αθήνα, ενώ το 1894 ιδρύθηκε το Γυμνάσιο Σμύρνης, ο Πειραϊκός Σύνδεσμος και η Γυμναστική Εταιρεία Πάτρας.
[2] Port Sudan, Khartoum North, Atbara, Khartoum, Halfa, Nabardi, Italian Club.Εφημερίδα Sudan Herald,7/12/1912
[3] Εφημερίδα Sudan Herald,26/10/1912
[4] Καμίτσης(1961),σ.79.


Κυριακή 10 Αυγούστου 2014

Στο Τούνεζι, στη Μπαρμπαριά, μας έπιασε κακοκαιριά. Έλληνες σφουγγαράδες στην Τυνησία.


 
 Οι περισσότεροι έχουμε ακούσει και πιθανόν σιγοτραγουδήσει κάποιους από τους παρακατω στίχους του Βασίλη Τσιτσάνη που γράφτηκαν το 1953. 
Γνωρίζατε ότι εξιστορούν την ζωή των Ελλήνων σφουγγαράδων που έφευγαν από τα νησιά του Αιγαίου με προορισμό το Τούνεζι (Τυνησία) ;


Ανάθεμα σε θάλασσα
που κάνεις ώρες ώρες
να κλαίνε χήρες κι ορφανά
και μάνες μαυροφόρες
Στο Τούνεζι, στη Μπαρμπαριά,
μας έπιασε κακοκαιριά
Αναθεμά σε θάλασσα
κανένα δεν αφήνεις
λεβέντες παίρνεις διαλεχτούς
και πίσω δεν τους δίνεις
Στα αγριεμένα κύματα
στη μαύρη αγκαλιά σου
του κόσμου πήρες
τα παιδιά και τα `κανες δικά σου





  
[απόσπασμα από το βιβλίο "Η ελληνική παροικία της Τυνησίας (16ος-21ος αι.)]


H μετανάστευση στο Σφαξ αλλά και στη γειτονική Τζέρμπα συνδέθηκε άρρηκτα με τη σπογγαλιεία, η οποία θα παρουσιάσει μια αυξητική πορεία στο πέρασμα των αιώνων, φτάνοντας στην κορύφωσή της την περίοδο 1865-1912. Η άνθιση αυτή, στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, ήταν αποτέλεσμα αφενός της άγνοιας των δυνατοτήτων και των κινδύνων των νέων καταδυτικών μέσων, και αφετέρου της προθυμίας και της ανάγκης των δυτών να ρισκάρουν για να επιβιώσουν και να πλουτίσουν. 



       Έλληνες σπογγαλιείς στο λιμάνι του Σφαξ.

Στο βάθος διακρίνεται ο Ναός του Αγ. Νικολάου.




 Την περίοδο αυτή το κέντρο βάρους της σπογγαλιευτικής δραστηριότητας θα μεταφερθεί στις ακτές της βόρειας Αφρικής καθώς οι Kαλύμνιοι, οι Συμιακοί, οι Yδραίοι και οι Aιγινίτες σφουγγαράδες ανακαλύπτουν τα πλούσια σπογγοφόρα πεδία της βορείου Aφρικής και κυρίως την περιοχή που εκτείνονταν από τη Λιβύη και τον κόλπο της Σύρτης μέχρι την Τυνησία και τον κόλπο του Gabès, οι σπόγγοι των οποίων θεωρούνται υψηλής ποιότητας. Το 1875 οι Καλύμνιοι εισάγουν τη χρήση του ψαρέματος με την «σκανταλόπετρα» στον κόλπο του Gabès ενώ λίγο αργότερα τη χρήση του σκάφανδρου. Αξίζει να σημειώσουμε ότι οι Έλληνες χρησιμοποιούσαν κατ' αποκλειστικότητα, μεταξύ των υπολοίπων, τα σκάφανδρα.


Το 1911 καταγράφονται περισσότερα από 450 ελληνικά αλιευτικά σκάφη στο Σφαξ, τα οποία απασχολούσαν περισσότερους από 3.000 δύτες, οι καλύτεροι εκ των οποίων προέρχονται από την Κάλυμνο και τη Σύμη. Η ίδια κατάσταση επικρατεί και στη γειτονική Τζέρμπα, όπου την περίοδο 1900-1920 δένουν στο λιμάνι κατά μέσο όρο 300 καΐκια.

Άποψη του λιμανιού του Σφαξ το 1911
(εφημερίδα «Le Petit Journal»,  φύλλο No 79/14-6-1911,σ. 369-370.)


Υπάρχουν αρκετές μαρτυρίες για τη δράση των σφουγγαράδων στην αρχή του 20ου αιώνα, οι οποίες μας δίνουν πληροφορίες για τη δομή και τη λειτουργία των σπογγαλιευτικών μονάδων που καταφθάνουν στο Σφαξ, με προέλευση κατά κύριο λόγο την Κάλυμνο, τη Σύμη, την Ύδρα, τη Χάλκη, το Κρανίδι και την Αίγινα. Η αλιεία των σπόγγων ξεκινούσε την άνοιξη και ολοκληρωνόταν στο τέλος του φθινοπώρου με τον επαναπατρισμό των αλιέων. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειώσουμε ότι το 1900, σε κάποιο ταξίδι επιστροφής των Συμιακών σφουγγαράδων από το Σφαξ, ανακαλύφθηκε τυχαία, αλλά χάρη στις ικανότητες και στην τόλμη των σφουγγαράδων, το ναυάγιο των Αντικυθήρων με τον πολύτιμο αρχαιολογικό θησαυρό.
Η σπογγαλιεία τα πρώτα χρόνια γινόταν από δύτες που κατέβαιναν σε μεγάλο βάθος (30-40 μέτρα) γυμνοί, δεμένοι με σχοινί με μια πέτρα για βαρίδιο. Όμως, οι περισσότεροι από αυτούς έπεφταν θύματα καρχαριών και έτσι αυτός ο τρόπος, παρόλο που απαιτούσε λιγότερα έξοδα από τους πλοιοκτήτες και παράλληλα ήταν λιγότερο επικίνδυνος για την πρόκληση παράλυσης στους δύτες, ασκούνταν από όλο και μικρότερο αριθμό σπογγαλιέων. Τα επόμενα χρόνια η  σπογγαλιεία γινόταν κυρίως είτε με σκάφανδρα, είτε με καλάμι (καμάκι), ή με δίχτυ (γκαγκάβα). Ένας άλλος τρόπος, τον οποίο είχαν επινοήσει οι Καλύμνιοι σπογγαλιείς, ήταν με το «φερνέζ». Ο δύτης φορούσε την ειδική στολή και τα σχετικά βαρίδια, συνδεόταν με την αντλία οξυγόνου και την ειδική κάσκα με τη βαλβίδα για την αποβολή του εκπνεόμενου αέρα, έπαιρνε και μία τσάντα από δίχτυ για τους σπόγγους και ξεκινούσε για την επικίνδυνη αποστολή του δεμένος με σχοινί. Το σκοινί ήταν χρήσιμο όχι μόνο για να μπορούν να τον τραβήξουν στην επιφάνεια σε περίπτωση ανάγκης, αλλά και σαν μέσον επικοινωνίας. Τα σφουγγαράδικα που κατευθύνονταν προς την Τυνησία, έφταναν μέσω της Κρήτης, αρχικά στις ακτές της Λιβύης (Τομπρούκ, Ντέρνα, Βεγγάζη, Τρίπολη, κόλπο Σύρτης) και κατόπιν στις ανατολικές ακτές της χώρας.
Κάθε σπογγαλιευτική μονάδα αποτελούταν από πέντε ή έξι σκάφη, εκ των οποίων ένα ήταν ιστιοφόρο (μπρατσέρα) και τα υπόλοιπα μηχανοκίνητα. Οι Καλύμνιοι ναύλωναν συνήθως μεγάλα πλοία, μήκους 6-17 μέτρων, πάνω στα οποία τοποθετούσαν τα μικρά σπογγαλιευτικά τους σκάφη. Τα περισσότερα όμως σκάφη που χρησιμοποιούνταν στη σπογγαλιεία ήταν μικρά. Μετέφεραν τα σκάφανδρα και τις αντλίες οξυγόνου και ήταν επανδρωμένα με δεκαπέντε έως είκοσι άτομα το καθένα, από τα οποία τα μισά περίπου ήταν επαγγελματίες δύτες. Καθώς τα τρεχαντήρια έμεναν στη θάλασσα για περίπου δύο μήνες κάθε φορά, κάθε τέσσερα από αυτά είχαν στη διάθεσή τους και ένα μεγάλο φορτηγό καράβι 50-60 τόνων για να μεταφέρει τους σπόγγους, τα τρόφιμα και τις λοιπές προμήθειες. Επίσης είχαν στη διάθεσή τους κι άλλα μικρότερα πλοία, τα οποία επικοινωνούσαν με τις ακτές ή μετέφεραν από την Ελλάδα προμήθειες ή δύτες για να αντικαταστήσουν αυτούς που πέθαιναν.

 Αφού η διαδικασία επαναλαμβάνονταν αρκετές φορές, τα σφουγγάρια περασμένα σε αρμαθιές ρίχνονται στη θάλασσα όπου με τα κύματα ξεπλένονταν από τα υπολείμματα της μεμβράνης. Στη συνέχεια, ανασύρονταν από τη θάλασσα, στύβονταν και απλώνονταν στον ήλιο για να στεγνώσουν. Μετά πακετάρονται σε σακιά και αποθηκεύονταν στο σκάφος. Πολλές φορές γίνεται στο πλοίο πρόχειρο ψαλίδισμα και κατάταξη σε κατηγορίες με σκοπό την υψηλότερη τιμή πώλησης. Με την επιστροφή του πλοίου τα σφουγγάρια απλώνονται πάλι για να επιδειχθεί η παρτίδα στους εμπόρους.



  

Ψαλίδισμα σφουγγαριών (www.sfax1881-1956.com)
 


Παρασκευή 8 Αυγούστου 2014

Ελληνικό παντοπωλείο στο Μαρόκο του 1913.



Ένα σημαντικό μέρος των Ελλήνων που εγκαταστάθηκαν στην  Αφρική, καθ’ όλη τη διάρκεια του 20ου αιώνα, στράφηκε προς το χώρο του εμπορίου. Τα περίφημα «ελληνικά παντοπωλεία», μέσω της διατήρησης υποκαταστημάτων σε απομακρυσμένα σημεία στην ενδοχώρα, κατάφεραν να δημιουργήσουν μια στενή σχέση με τους τοπικούς παραγωγούς με αποτέλεσμα να αποκτήσουν το μονοπώλιο διακίνησης ορισμένων αγαθών. Ως εκ τούτου, πολλές φορές ξεπερνούσαν σε κύκλο εργασιών παρόμοιες επιχειρήσεις που άνηκαν σε μέλη της αποικιοκρατικής τάξης, που αν και κατείχαν την πολιτική εξουσία και τον έλεγχο των πρώτων υλών, πολύ δύσκολα δρούσαν μακριά από την πρωτεύουσα της αποικίας.
Το χαρακτηριστικό ελληνικό παντοπωλείο που βλέπουμε παρακάτω ξεκίνησε την λειτουργία του το 1913 στην Καζαμπλάνκα του Μαρόκου και άνηκε στον Θεόδωρο Σάββα, ο οποίος έφυγε από την Λέσβο για να "κυνηγήσει" την τύχη του στην Β. Αφρική.




Ο Θ. Σάββας μαζί με άλλους Έλληνες μπροστά από το πρώτο μαγαζί του στην Καζαμπλάνκα το 1913, όπου δεσπόζει η ελληνική σημαία (Αρχείο Τάκη Σάββα)


Τετάρτη 6 Αυγούστου 2014

Ένας Έλληνας πρωτοπόρος στο Νότιο Μαρόκο.





Κάποιες φορές η ζωή των ανθρώπων είναι σαν τις ταινίες που βλέπουμε στη μεγάλη οθόνη. Άλλοτε γεμάτες απρόοπτα και δυσκολίες και άλλοτε περιπετειώδης. Όπως και να την χαρακτηρίζουμε, το σίγουρο είναι ότι διακρίνουμε ανθρώπους που αψηφώντας τα εμπόδια κυνηγούν το όνειρό τους ακόμη και στην άκρη του κόσμου. Σε αυτή λοιπόν την κατηγορία ανήκει ο Δημήτρης Κατρακάζος, ο οποίος ξεκίνησε το 1926 από τον Κοντιά της Λήμνου με προορισμό την Αμερική μαζί με τα δύο του ξαδέλφια. Το πλοίο όμως είχε ενδιάμεσες στάσεις στη Μασσαλία και στην Καζαμπλάνκα πριν συνεχίσει το ταξίδι στον Ατλαντικό. Στο λιμάνι αυτό του Μαρόκου, όμως εδώ και δύο δεκαετίες δραστηριοποιούνταν ο Ιωάννης Βαμβακερός, Λημνιός προερχόμενος από την Αλεξάνδρεια της Αίγυπτου ο οποίος ασχολούνταν με την τροφοδοσία των πλοίων. Μόλις λοιπόν ο Βαμβακερός διάβασε τα ονόματα των επιβατών σε μια τοπική εφημερίδα, αναγνώρισε τους τρεις Έλληνες οι οποίοι ήταν και συντοπίτες του. Έτσι έπεισε τους νεαρούς να ματαιώσουν το ταξίδι για τις Η.Π.Α. και να παραμείνουν στη χώρα.
Η πρώτη δουλειά του Κατρακάζου ήταν σε συνεργείο αυτοκινήτων, ένας χώρος που δεν άφηνε τις ικανότητές του να αναδειχθούν. Την εποχή εκείνη τα γαλλικά στρατεύματα κινούνταν με κατεύθυνση προς την έρημο και οι Γάλλοι έδιναν κίνητρα σε νέους επιχειρηματίες για να ιδρύσουν εμπορικές εταιρείες. Δράττοντας αυτήν την ευκαιρία ο Δημήτρης Κατρακάζος, αφού πέρασε μερικούς μήνες στο Oued Zem, έφθασε με τα πόδια μια κρύα ημέρα του Νοεμβρίου του 1928, στο Ouarzazatte. Τότε στην περιοχή υπήρχαν μόνο η Kasbah Taourirt, και η khalifa του Glaoui, στις οποίες τα γαλλικά στρατεύματα είχαν κατασκηνώσει. 




 H kasbah του Ouarzazatte

Εργάζεται ως διαχειριστής στις επιχειρήσεις του Βαμβακέρου, αλλά τα όνειρα και η πίστη στον εαυτό του τον οδηγούν παραπέρα. Παρακινούμενος από τον Πλωμαρίτη, Εμμανουήλ Μανωλιό, που ήταν εγκατεστημένος στην περιοχή αρκετό καιρό πριν, αποφασίζει να παραμείνει αφού το γαλλικό προτεκτοράτο ευνοούσε όσους ήθελαν να ασχοληθούν με το εμπόριο. Έτσι δημιούργει την πρώτη του επιχείρησή με την ονομασία “Au rendez-vous des mineurs”, στο χώρο όπου βρίσκεται το σημερινό εστιατόριο “Chez Dimitri”. Προμηθεύεται εμπορεύματα από τον μεγαλέμπορο Ι. Βαμβακερό, τα οποία και πληρώνει με τις λιγοστές χρυσές που έφερε μαζί του από τη Λήμνο στο ξεκίνημα της περιπέτειας του.



Λόγω του νεαρού της ηλικίας του και προκειμένου να λάβει άδεια για διακίνηση αλκοόλ, έπρεπε στο μαγαζί να εργάζονται ενήλικοι. Στη φωτογραφία διακρίνουμε το Δ. Κατρακάζο να περιβάλλεται από δύο αδέρφια, Έλληνες από τη Ρόδο, οι οποίοι τον βοήθησαν να ξεπεράσει αυτό το εμπόδιο




Μεταξύ 1920-1930, στο Ouarzazatte ζούσαν ως επί το πλείστον λεγεωνάριοι καθώς και όσοι εργάζονταν στα ορυχεία μαγγανίου, οι οποίοι και αποτελούσαν τους κύριους πελάτες του Έλληνα εμπόρου που δραστηριοποιούνταν στο πιο κομβικό σημείο της πόλης, στην κεντρική λεωφόρο Μοχάμεντ V. Τα πλεονεκτήματα που έδινε η συγκεκριμένη θέση ήταν σημαντικά, αφού αποτελούσε τόπο συνάντησης των μεταφορέων και των ταξιδιωτών, ενώ εκεί ήταν ο πρώτος σταθμός της βενζίνης, το πρώτο ταχυδρομείο και ο πρώτος τηλεφωνικός θάλαμος. Μετά από μερικά έτη εργασίας, ο Κατρακάζος αποκτά στην απέναντι πλευρά του δρόμου ένα οίκημα όπου ανοίγει ένα παντοπωλείο και ένα ξενοδοχείο. Παράλληλα αναλαμβάνει και τον αποκλειστικό έλεγχο του καπνού σε όλο το νότιο Μαρόκο. Ο ευφυής όμως επιχειρηματίας δεν σταματάει εκεί, αλλά δραστηριοποιείται και στο χώρο της οδοποιίας. Παρά την προσωπική και οικονομική του ανέλιξη δεν σταματάει ποτέ να βοηθά την πόλη όπου ζούσε και τους ανθρώπους που κινούνταν γύρω του. Έτσι χρηματοδότησε τη διάνοιξη εκατοντάδων πηγαδιών, ενώ συνέβαλε και στην εκπαίδευση των ντόπιων ανεγείροντας σχολικές αίθουσες.
Αναμφισβήτητα όμως, η επιχείρηση που συνδέθηκε όσο τίποτε άλλο με τον πανέξυπνο Λημνιό, ήταν το “Chez Dimitri”, το εστιατόριο σύμβολο του Ouarzazatte, το οποίο ξεκίνησε τη λειτουργία του το 1928, αρχικά ως μπακάλικο αλλά και ως σταθμός ανεφοδιασμού για τη λεγεώνα των ξένων.





Έξω από το παντοπωλείο τη δεκαετία 1930



Σήμερα, το “Chez Dimitri” είναι το απόλυτο σύμβολο του Ouarzazatte αφού στα τραπέζια του έχουν καθίσει όλοι οι ηθοποιοί – από τον Omar Sharif μέχρι τον Brad Pitt –που έχουν πρωταγωνιστήσει στις ταινίες που γυρίστηκαν στα χολιγουντιανά στούντιο της πόλης.



Το «Chez Dimitri», όπως είναι σήμερα

Στην προσωπική του ζωή παντρεύτηκε την Έλλη Δεσύπρη από τη Θεσσαλονίκη, η οποία ήρθε στο Ouarzazate το 1955. Απέκτησε ένα γιο, τον Πέτρο Κατρακάζο, καθηγητή οικονομικών και επιχειρηματία που συνεχίζει το έργο του πατέρα του. Το
1973 τιμήθηκε από τη γαλλική κυβέρνηση με το Αργυρό παράσημο της τιμής. Ο Δημήτρης Κατρακάζος έφυγε από τη ζωή το Νοέμβριο του 1991 αφήνοντας πίσω του μια πραγματικά γεμάτη ζωή. Υπήρξε ένας άνθρωπος πέρα από τα καθιερωμένα, κάτι που μαρτυρούν οι πολλές ιστορίες που αφορούν τη ζωή του.
Στα 19 του χρόνια, με μια καντίνα που στεγάζονταν σε μια στρατιωτική σκηνή, ακολουθεί τις γαλλικές λεγεώνες ομάδες σε μια επιχείρηση του Jebel Sagho εναντίον των φυλών του Ait Atta, που είχαν επικεφαλή τον αρχηγό των Βέρβερων Asso ou Baslam. Μετά από αντίσταση αρκετών μηνών, τελικά παραδόθηκαν στο στρατηγό Hure. Οι Γάλλοι τους κρατούν αιχμάλωτους ενώ ο Asso ou Baslam και η οικογένεια του φρουρούνται από Σενεγαλέζους τυφεκιοφόρους. Η ζέστη είναι αφόρητη, όπως εξίσου έντονη είναι η πείνα και η δίψα των κρατούμενων, που όμως αρνούνται να πιούν το νερό που τους δίνουν οι Γάλλοι με το φόβο της δηλητηρίασης. Ο Δημήτρης Κατρακάζος όμως, χωρίς να γίνει αντιληπτός, μεταφέρει κρυφά στον Asso ou Baslam και την οικογένειά του, μπουκάλια σφραγισμένα με καπάκια Vichy και κουτιά με σαρδέλες. Όταν αργότερα απελευθερώθηκε με τιμές ο αρχηγός των Βέρβερων, δεν ξέχασε ποτέ την χειρονομία του Έλληνα με τον οποίο συνδέθηκε με μια μεγάλη φιλία. Συνάμα, μέσα από αυτό το γεγονός, ο Δημήτρης Κατρακάζος απέκτησε μια περίοπτη θέση στην ιστορία των φυλών της περιοχής.
Στα χρόνια τώρα του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, μερικές εκατοντάδες Γερμανοί στρατιώτες, όμηροι του αφρικανικού μετώπου, ζούσαν έγκλειστοι σε στρατόπεδο του Ouarzazatte υπό δύσκολες συνθήκες. Πολλές φορές οι Γάλλοι, προκειμένου να κάνουν διάφορες εργασίες, τους χρησιμοποιούσαν ως προσωπικό. Λόγω του γεγονότος ότι ο Κατρακάζος είχε τις μεγαλύτερες εγκαταστάσεις εκτροφής χοίρων στο νότιο Άτλα πρότεινε στους Γάλλους να τους φέρουν σε αυτόν. Εκεί, ο μεγάλος Έλληνας έδειξε την ανθρωπιά του, απέναντι ακόμη και σε αυτούς που ήταν υπεύθυνοι για τόσα δεινά, δίνοντας τους κρυφά φαγητό.
Είχε επίσης την ευκαιρία να γνωρίσει από κοντά τον Antoine de Saint-Exupéry , ο οποίος εκτελώντας πτήσεις αεροπορικού ταχυδρομείου με προορισμό το Dakar, λόγω δυσμενών συνθηκών στο Agadir αναγκάστηκε να προσγειωθεί στο Ouarzazatte. Αναμφισβήτητα η ζωή του Δημήτρη Κατρακάζου ήταν άρρηκτα δεμένη με το Ouarzazatte, αφού είχε σημαντικό μερίδιο στη μετεξέλιξη του από μια μικρή Kasbah σε κέντρο του Νότιο Άτλα. Σίγουρα ιδιαίτερο ρόλο διαδραμάτισε η δημιουργία κινηματογραφικών στούντιο στην πόλη όπου γυρίστηκαν μερικές από τις πιο γνωστές επιτυχίες του Hollywood. Δίχως όμως την προσωπικότητα και το κύρος του Έλληνα επιχειρηματία, που προσέφερε τα μέγιστα στην ανάπτυξη και την ανοικοδόμηση της περιοχής, το Ouarzazatte θα ήταν μάλλον διαφορετικό. Ο άνθρωπος που το 1928 έφτασε περπατώντας στην πόλη, μπόρεσε να δει εξήντα έτη αργότερα, το 1988, την πρώτη απευθείας εμπορική πτήση Ouarzazatte-Paris. Αν και δεν ξέχασε ποτέ τον τόπο όπου έκανε τα πρώτα του βήματα, τον Κοντιά της Λήμνου, αγάπησε όμως και αυτή την γωνιά του Μαρόκου και θέλησε να τη βοηθήσει. Όπως έκανε με τόσους συνανθρώπους του, Έλληνες και ξένους. Η ζωή του ήταν μια περιπέτεια, μια συνάντηση του ονεί ρου και του πάθους. Μια αέναη πορεία προς την άνοδο και την κοινωνική καταξίωση γεμάτη διακρίσεις και αναγνώριση.



Με αφορμή την εγκαινίαση της γραμμής Παρίσι - Marrakech
- Ouarzazatte, η εφημερίδα L’ Express International Ν.1914, 15/4/1956 του αφιέρωσε το παραπάνω άρθρο.

Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2014

Η ελληνική παροικία της Τυνησίας



Η περιοχή της Βόρειας Αφρικής υπήρξε, από τα αρχαία κιόλας χρόνια, τόπος εγκατάστασης διαφόρων ελληνικών φύλων. Λόγω της γεωγραφικής της θέσης στη λεκάνη της Μεσογείου, αποτέλεσε ένα διαρκές πεδίο πολιτισμικής όσμωσης και θρησκευτικού συγκρητισμού. Η Τυνησία, στο κέντρο της Μεσογείου και των βορειοαφρικανικών ακτών, «φιλοξένησε» κατά καιρούς διαφορετικές εθνότητες, φυλές και θρησκείες. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την μακραίωνη παρουσία των Ελλήνων στη χώρα, αποτελούσε ένα σημαντικό κίνητρο επιστημονικής διερεύνησης. Πόσο μάλλον όταν η ελληνική παροικία έδρασε σε μια χώρα που αρχικά ήταν μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κατόπιν γαλλικό προτεκτοράτο και τελευταία ο τόπος που ξεκίνησε η επονομαζόμενη «Αραβική Άνοιξη». Τα ερωτηματικά λοιπόν αυτά τροφοδότησαν την έρευνά μου, αρχικά στην Τυνησία και κατόπιν σε βιβλιογραφικές αναζητήσεις εντός και εκτός Ελλάδας, οδηγώντας με σταδιακά σε ένα μωσαϊκό πληροφοριών που αφού ταξινομήθηκαν και επεξεργάστηκαν, συνέθεσαν την ιστορία της ελληνικής παροικίας. 
Μέσα λοιπόν από την έρευνα και την επεξεργασία ανέκδοτου αρχειακού υλικού, προσπάθησα να αναδείξω την ιστορία των Ελλήνων της Τυνησίας.  Μια παροικία που συγκροτήθηκε στα τέλη του 16ου αιώνα από απελεύθερους σκλάβους, θύματα των πειρατών της Μεσογείου, αλλά και Έλληνες εμπόρους, που εγκαταστάθηκαν στα εμπορικά κέντρα της περιοχής, στο πλαίσιο της εσωτερικής μετανάστευσης μέσα στα όρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ένα ετερόκλητο σύνολο που το 1647 θα δημιουργήσει κοινότητα και ιερό ναό και θα ζητήσει την προστασία του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας. Η ελληνική παροικία θα συνεχίσει την οικονομική και δημογραφική πορεία, μέσα στους αιώνες, σμιλεύοντας σταδιακά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της. Μια πορεία τεσσάρων αιώνων που συνεχίζεται αμείωτη μέχρι τις μέρες μας, όπου οι εναπομείναντες πια Έλληνες κρατούν άσβηστη τη φλόγα του ελληνισμού της διασποράς.



Το βιβλίο διατίθεται με αντικαταβολή, κατόπιν επικοινωνίας στο e-mail

anchald1997@hotmail.com