Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2016

The Greek of Morocco who made the president of the USA to send his war ships in Northern Africa in 1904.

From the book 'The Greeks in Morocco 1904-2012'

Ion Perdikaris was born in Athens. His father, Gregory Perdikaris, was the US ambassador in Greece. At the age of five years old Ion Perdikaris moved to the US.However, in 1862, during the American Civil War, he settled in Greece and became a Greek citizen. In the late 1900s he travelled to Morocco and resided in the city of Tangier. 


On 18/5/1904, Ion Perdikaris and his adoptive son were abducted by an Moroccan bandit, Raisuli. According to descriptions, the first day of the hostage they forced to ride for more than 18 hours. When Theodore Roosevelt, the then president of the USA was informed of the incident he sent an ultimatum to the Sultan of Morocco. He declared that if Perdikaris had not been liberated, the US would declare war on Morocco. The US war ships approached the Morocco coasts but finally, Raisuli received the amount of $70,000 from the Perdikaris family and set him free on 23/06/1904.









The adventure of Ion Perdikaris became a movie by the title «The wind and the lion».


Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2016

Ο Χιώτης πρωθυπουργός της Τυνησίας

απόσπασμα από το βιβλίο ‘Η ελληνική παροικία της Τυνησίας (16ος-21ος αι.)’

Στα μέσα του 19ου αιώνα, στην αυλή των Μπέηδων της Τυνησίας βρέθηκαν εξισλαμισμένοι Έλληνες, κυρίως Χιώτες, που σταδιακά αναρριχήθηκαν σε υψηλόβαθμες θέσεις του πολιτικού μηχανισμού και βοήθησαν σημαντικά την ελληνική παροικία. Ο πιο γνωστός από όλους ήταν ο Γιώργος Στραβελάκης.
Το 1822, ο τουρκικός στρατός έφτασε στη Χίο. Όσοι γλίτωσαν τη σφαγή πουλήθηκαν ως δούλοι. Μεταξύ εκείνων που αιχμαλωτίστηκαν ήταν η Ειρήνη Στραβελάκη και οι δύο γιοί της, ο Γιάννης που ήταν 14 ετών και ο Γιώργος 5 ετών[1]. Τα παιδιά και η μητέρα τους οδηγήθηκαν αρχικά στη Σμύρνη. Τα δύο όμως αδέλφια πωλήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη και αργότερα εστάλθηκαν στον Hussein Bey της Τυνησίας ως δώρο.
        Ο μπέης Hussein εισήγαγε το νεαρό μαμελούκο Γεώργιο Στραβελάκη, ο οποίος έλαβε το μουσουλμανικό όνομα Mustapha, στον κύκλο του ανιψιού του Ahmed, ενώ ο αδελφός του Γιάννης ονομάστηκε Ahmed. O τελευταίος θα προαχθεί σε αξιωματικό του ιππικού και θα πεθάνει πρόωρα στην επιδημία πανώλης το 1849, όταν είχε σταλεί στο δυτικό τμήμα της χώρας προκειμένου να αποτρέψει το λαό να έρθει μέσα στην πόλη της Τύνιδας και να επεκταθεί με αυτόν τον τρόπο η επιδημία[2].


        Μολονότι ο Γεώργιος Στραβελάκης διατήρησε τις μνήμες της ελληνικής του προέλευσής του, ασπάσθηκε το Ισλάμ, ενώ ξέχασε εντελώς τη μητρική του γλώσσα. Εξαρχής, ο μπέης Ahmad τον επέλεξε να είναι ο προσωπικός γραμματέας και σύμβουλός του και τον προήγαγε στη συνέχεια σε θησαυροφύλακα των κρατικών οικονομικών (khaznadar). Το 1837, σε ηλικία 20 ετών πέτυχε να ανέλθει στην υψηλότερη βαθμίδα του κράτους, όπου παρέμενε για τα επόμενα 36 έτη. Επιδεικνύοντας ευφυΐα και προσαρμοστικότητα κατάφερε να υπερκεράσει σε ισχύ ακόμη και τους ίδιους τους μπέηδες.
           Στον τομέα των εξωτερικών θεμάτων μπορεί να διαπιστωθεί ότι γενικά ακολούθησε μια αμφιταλαντευόμενη πολιτική, η οποία ισορροπούσε μεταξύ των προξένων της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας και που δικαιολογείται από την προσπάθειά του να διατηρήσει την ανεξαρτησία της χώρας του. Στο εσωτερικό μέτωπο, ο Khaznadar ήταν υπεύθυνος για τη χορήγηση του πρώτου τυνησιακού συντάγματος ενώ το μελανό σημείο της πορείας του, το οποίο και τον οδήγησε τελικά στην αποπομπή, ήταν το γεγονός της οικονομικής κακοδιαχείρισης στοιχείο που οδήγησε, σύμφωνα με τους επικριτές του, στη χρεοκοπία της χώρας.
        Ο Khaznadar, καθόλη τη διάρκεια της πορείας του στα πολιτικά δρώμενα της χώρας, διατήρησε τις σχέσεις του με την με την οικογένειά του στην Ελλάδα.  Πολύ σημαντική, επίσης, ήταν η προσφορά του Mustapha Khaznadar στην ελληνική κοινότητα της Τύνιδας. Το 1864 δώρισε μια έκταση 9905 τ.μ στην περιοχή που βρίσκεται σήμερα ο ναός του Αγ. Γεωργίου, προκειμένου να  επεκταθεί το ελληνικό νεκροταφείο. Η κίνηση αυτή του Khaznadar αποτέλεσε σημείο αναφοράς στην ιστορία της ελληνικής κοινότητας όχι μόνο γιατί δόθηκε στην κοινότητα ένας εκτεταμένος χώρος για να χρησιμοποιηθεί ως κοιμητήριο, αλλά κυρίως γιατί στη συγκεκριμένη έκταση θα οικοδομηθεί αργότερα ο μεγαλοπρεπής ναός του Αγίου Γεωργίου καθώς και διάφορα ακίνητα που μέχρι σήμερα αποτελούν πολύτιμη πηγή εσόδων για την κοινότητα.


      


























Ως ελάχιστη αναγνώριση στην προσφορά του Khaznadar προς τους ομοεθνείς Έλληνες, η ελληνική κοινότητα αποφάσισε να τοποθετήσει τιμητική επιγραφή εντός του πνευματικού κέντρου, πλησίον του ναού του Αγίου Γεωργίου.





[1] Βίος, Στ., Η Σφαγή της Χίου εις το στόμα του Χιακού Λαού, Χίος, 1922, σ. 94-99.
[2]Brown, L. C., The Tunisia of Ahmad Bey 1837-1855, Princeton University,1974, σ. 51.

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2016

Έλληνες πρωταγωνιστές στη νεότερη πολιτική ιστορία του Σουδάν

(το απόσπασμα προέρχεται από την έρευνα στα πλαίσια της διδακτορικής μου διατριβής με θέμα την ελληνική παροικία του Σουδάν)


Αν και για τους περισσότερους η παρουσία των Ελλήνων στην Αφρική είναι συνυφασμένη με την επιχειρηματική τους δραστηριότητα, υπήρξαν κάποιοι που είχαν και ενεργό ρόλο στα πολιτικά δρώμενα της χώρας όπου εγκαταστάθηκαν. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελεί η ιστορία της οικογένειας Γιαλούρη στο Σουδάν.
Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα στην ιστορία του Σουδάν, μετά την ανεξαρτησία του, αποτέλεσε η προσπάθεια των νοτίων επαρχιών για αυτοδιάθεση που οδήγησε στον πιο μακροχρόνιο εμφύλιο πόλεμο που έλαβε χώρα σε αφρικανικό έδαφος, καθώς διήρκεσε μέχρι και το 2005, με μόνη ανάπαυλα την περίοδο 1972-1983.
Στον σουδανικό εμφύλιο υπήρχε και ελληνική ανάμειξη καθώς μέλη της οικογένειας Γιαλούρη συμμετείχαν στο αυτονομιστικό κίνημα. Πρόκειται για μια οικογένεια με καταγωγή από το Πλωμάρι της Λέσβου η οποία από πολύ νωρίς δέθηκε με τον ντόπιο πληθυσμό και προχώρησε σε μεικτούς γάμους. Η πορεία της οικογένειας στο Σουδάν ξεκίνησε όταν ο Δημήτρης Γιαλούρης μετανάστευσε στα τέλη της δεκαετίας του 1930 στο Gogrial της επαρχίας Bahr El Ghazal  του Σουδάν. Το 1932 παντρεύτηκε την Ayen Achom, από τη φυλή των Dinka και απέκτησε τρεις γιους, το Γιάννη (1935-?), το Βασίλη (1937-?) και το Γρηγόρη (1941)[1].





O Δημήτρης Γιαλούρης με τη σύζυγό του Ayen Achom(Αρχείο Μαρίνας Γιαλούρη)




 Στην διάρκεια λοιπόν του πρώτου σουδανικού εμφύλιου πολέμου (1955-1972) πήραν μέρος και οι τρεις γιοί του Δημήτρη Γιαλούρη, οι οποίοι προμήθευαν με όπλα τον στρατό των Anyanya[1]. Μάλιστα στη διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων ο Βασίλης και ο Γιάννης Γιαλούρης συνελήφθηκαν και  εκτελέστηκαν[2]


O Βασίλης Γιαλούρης στο μαγαζί του πατέρα του 



Καθώς οι πολεμικές επιχειρήσεις γινόταν όλο και περισσότερες με χιλιάδες θύματα, η ζωή των παροίκων τέθηκε σε κίνδυνο με αποτέλεσμα οι Έλληνες να φύγουν από την περιοχή και οι ελληνικές κοινότητες που βρίσκονταν στα νότια του Σουδάν να πάψουν να υφίστανται.

Ελάχιστοι παρέμειναν, ενώ η τρίτη γενιά της οικογένειας Γιαλούρη συνέχισε να συμμετέχει στον αγώνα για ανεξαρτησία του Νότου. Στις πολεμικές επιχειρήσεις συμμετείχε και ο γιος του Βασίλη, Γρηγόρης Γιαλούρης[3], ο οποίος όχι μόνο εντάχθηκε από τα δεκαέξι τους στις δυνάμεις των ανταρτών, φτάνοντας στον βαθμό του λοχαγού, αλλά το 1995 διορίστηκε και μέλος της μεταβατικής Εθνοσυνέλευσης της επαρχίας του Ισημερινού. Το 2005 διορίστηκε στρατιωτικός διοικητής στα ανατολικά του Gogrial, ενώ σήμερα είναι υποστράτηγος του στρατού του Νοτίου Σουδάν.


[1] Προφορική συνέντευξη με τη Μαρίνα Γιαλούρη, εγγονή του Βασίλη Γιαλούρη, Σεπτέμβριος 2015.

[2] Πληροφορίες όπως καταγράφηκαν από τον ανθρωπολόγο Godfrey Lienhardt, ο οποίος στα τέλη της δεκαετίας του 1940 πήγε να αγοράσει προμήθειες σε ένα μαγαζί που άνηκε στον έμπορο Δημήτρη Γιαλούρη. (Πηγή http://southernsudan.prm.ox.ac.uk/, Accession Number:2005.51.485, Godfrey Lienhardt Collection)


[3]Αναφέρεται ως Gregory Vasily.



Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2015

Οι Έλληνες του Burundi δίνουν καταφύγιο σε πρόσφυγες από την Ελλάδα στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου

(το απόσπασμα προέρχεται από την υπό έκδοση μελέτη με θέμα την ελληνική παροικία τ Burundi και της Rwanda)


Στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τόσο το Congo όσο και το Burundi φιλοξένησαν σχεδόν 3.000 πρόσφυγες από την Ελλάδα, οι οποίοι μέσω Αιγύπτου κινήθηκαν νοτιότερα. Η βελγική διοίκηση δημιούργησε κέντρα διαμονής και περίθαλψης των προσφύγων, ενώ ο Εμμανουήλ Αναγνωστόπουλος[1], ορίστηκε γενικός επίτροπος, υπεύθυνος για τους Έλληνες. Ως αποτέλεσμα, την περίοδο 1942-1945, διέμεναν στην Kitega και στην Bujumbura του Burundi μερικές εκατοντάδες Ελλήνων προσφύγων. 
       Παρόλο το μικρό της δημογραφικό εκτόπισμα, η τοπική ελληνική παροικία βοήθησε τους συμπατριώτες της. Μάλιστα, μετά το τέλος του πολέμου αρκετοί από τους πρόσφυγες παρέμειναν στο Burundi για να εργαστούν ή να παντρευτούν με μέλη της τοπικής ελληνικής παροικίας.



                                     Η ελληνική παροικία του Burundi την περίοδο 1941-1945 





                                         Προσφυγικοί καταυλισμοί στο Burundi την περίοδο 1941-1945 



                                      Προσφυγικοί καταυλισμοί στο Burundi την περίοδο 1941-1945

[1] Lerberghë, Μ., Les réfugiés grecs au Congo Belge (1942-1945), Bruxelles, 1947 και Lederer, A., L'odyssée des réfugiés grecs au Congo pendant la deuxième guerre mondiale, Bulletin Séance, Acad. r.Sci. Outre-mer, 1981, Vol.27, Nr.3, σσ. 315-330.

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2015

Οι Έλληνες του Burundi οργανώνουν αποστολή διάσωσης των συμπατριωτών τους στο Congo το 1964

(το απόσπασμα προέρχεται από την υπό έκδοση μελέτη με θέμα την ελληνική παροικία τ Burundi και της Rwanda)


Το 1960 το Congo απέκτησε μετά από πολύ μεγάλο αγώνα την ανεξαρτησία του από τους Βέλγους. Η μετάβαση όμως στην νέα κατάσταση ήταν μια επίπονη διαδικασία η οποία επηρέασε σε σημαντικό βαθμό τη ζωή των Ελλήνων του Congo. Οι παρενέργειες των όσων διαδραματίστηκαν την χρονιά εκείνη έφτασαν μέχρι το όμορο Burundi. Τον Ιούλιο του 1960 ξέσπασαν ταραχές στο Congo με αποτέλεσμα περισσότεροι από 14.500 Ευρωπαίοι, μεταξύ των οποίων και Έλληνες, να αναγκαστούν να εκκενώσουν την χώρα με κάθε μέσο και να καταφύγουν στις γειτονικές χώρες Rhodesia, Congo-Brazzaville, Angola, Uganda και Burundi[1]. Ένα από τους κύρια σημεία μεταφοράς των  Ευρωπαίων προσφύγων ήταν και η Bujumbura, η οποία διευκόλυνε την από αέρος αλλά και μέσω της λίμνης Τανγκανίκας προσβασιμότητα. 


Το 1964, η κατάσταση στο Congo ήταν πάλι πολύ τεταμένη. Ως εκ τούτου, πολλοί Έλληνες που διέμεναν στην Uvira κατέφυγαν στην Bujumbura. Γρήγορα όμως τα γεγονότα πήραν άλλη τροπή και διακόπηκε η επικοινωνία με το Albertville μέσω της λίμνης Tanganyika. Αυτό όμως είχε ως αποτέλεσμα να εγκλωβιστούν 36  Έλληνες.





 Τότε ο αντιπρόεδρος της ελληνικής κοινότητας του Burundi, Δημήτρης Καστάνιας, ο οποίος ταξίδευε συχνά στο Albertville για δουλειές, κατέβαλλε προσπάθειες να τους βοηθήσει να μεταβούν στην Bujumbura. Μάλιστα οι Έλληνες του Burundi αποφάσισαν να ναυλώσουν πλοίο ή αεροπλάνο προκειμένου να μεταφερθούν οι συμπατριώτες τους από το Albertville με ασφάλεια. Για το σκοπό αυτό η κοινότητα ζήτησε με έγγραφο την επίσημη κάλυψη του προξενείου στο Leopoldville ή Elisabethville[2].  Αν και η απάντηση από το προξενείο δεν ήρθε ποτέ, με τη βοήθεια των Ελλήνων του Burundi, οι εγκλωβισμένοι Έλληνες που ζούσαν στο Albertville, κατάφεραν να διαφύγουν. Μάλιστα μέχρι να ομαλοποιηθεί η κατάσταση, φιλοξενηθήκαν σε σπίτια Ελλήνων της Bujumbura.


[1] Εφημερίδα Ταχυδρόμος, 12/7/1960.
[2] Aρχείο Ελληνικής κοινότητας Ruanda-Urundi, λ. ε., με αρ. 127/26-7-1964.