Δευτέρα 11 Μαΐου 2015

Ψηφίδες ιστορίας από τα βήματα των πρωτοπόρων Ελλήνων στο Σουδάν






   Αν και η ελληνική παρουσία στο Σουδάν χρονολογείται από τα μέσα του 19ου αιώνα[1], μετά το 1890, ο αγώνας των Μεγάλων Δυνάμεων για επέκταση και έλεγχο ενός διαρκώς αυξανόμενου ζωτικού χώρου στην αφρικανική ήπειρο εντείνεται με αποτέλεσμα αρκετοί Έλληνες να κινηθούν προς το εσωτερικό. Έχοντας ως αφετηρία, κυρίως τις ελληνικές κοινότητες της Αιγύπτου, ακολούθησαν την πορεία των βρετανικών δυνάμεων προς το νότο, στην περιοχή του Σουδάν, που τότε βρισκόταν υπό αιγυπτιακή διοίκηση. Ένας από τους πρωτοπόρους εκείνης της περιόδου ήταν και ο Ιωάννης Κουτσουρίδης. 


          Ο Ιωάννης Κουτσουρίδης γεννήθηκε το 1869 στο Πλωμάρι της Λέσβου (συγκεκριμένα στο χωριό Τρίγωνας) και μετά τον ξαφνικό θάνατο του πατέρα του, ο οποίος ήταν καπετάνιος και είχε δικό του καράβι με το οποίο ταξίδευε σε όλη τη Μεσόγειο, αποφάσισε να φύγει για την Αίγυπτο. Στα τέλη του 19ου αιώνα, ένας σημαντικός αριθμός των κατοίκων της Λέσβου είχε εγκαταλείψει το νησί με προορισμό την Αίγυπτο και τις ακμαίες παροικίες της Αλεξάνδρειας και του Καίρου. Φτάνοντας λοιπόν στην Αίγυπτο, αρχικά εργάστηκε σε έναν φούρνο. Το χρονικό διάστημα που παρέμεινε εκεί αποτέλεσε ιδιαίτερα σημαντικό για την μετέπειτα επαγγελματική του σταδιοδρομία, καθώς γνώρισε τον Παναγιώτη Γαληνό από την Αγ. Παρασκευή της Λέσβου[2].  
      Βρισκόμαστε στο 1896, έτος που ο Βρετανός στρατηγός Sir Kitchener ξεκινούσε την επιχείρηση ανακατάληψης της πόλης του Khartoum[3]. Προκειμένου όμως να κινηθούν με ασφάλεια αλλά και ταχύτητα τα βρετανικά και αιγυπτιακά στρατεύματα, ήταν απαραίτητο να συνδεθεί σιδηροδρομικά το Khartoum με την Αίγυπτο. Την περίοδο εκείνη, η πόλη Wadi Halfa, στα σύνορα Αιγύπτου-Σουδάν, αποτελούσε το τέλος της σιδηροδρομικής γραμμής που είχε ως αφετηρία το Κάιρο. Για να διευκολυνθεί λοιπόν ο σχεδιασμός της εκστρατείας στο έδαφος του Σουδάν, αποφασίστηκε να επεκταθεί το σιδηροδρομικό δίκτυο από την συνοριακή πόλη Wadi Halfa μέχρι το Khartoum, μια απόσταση δηλαδή 910 χλμ στο μέσο της ερήμου. Ο Ιωάννης Κουτσουρίδης μαζί με τον Γαληνό, άδραξαν την ευκαιρία και με αφορμή το συγκεκριμένο έργο υπέγραψαν σύμβαση με το βρετανικό στρατό σύμφωνα με την οποία είχαν την υποχρέωση να τροφοδοτούν με πόσιμο νερό τους εργάτες που απασχολούνταν στη δημιουργία του σιδηροδρομικού δικτύου. Η πρώτη αυτή επιχειρηματική δραστηριότητα του Κουτσουρίδη θα αποφέρει σύντομα καρπούς, καθώς σε σχετικά βραχύ χρονικό διάστημα οι δυο συνέταιροι θα συγκεντρώσουν τα απαραίτητα κεφάλαια ούτως ώστε να προχωρήσουν στα επόμενα επιχειρηματικά τους βήματα. Αφού πλέον εγκαταστάθηκαν στο Wad Medani, ίδρυσαν το 1897 την εμπορική επιχείρηση «Κουτσουρίδης & Γαληνός» με αντικείμενο κυρίως την εισαγωγή οινοπνευματωδών ποτών από την Ευρώπη. Παράλληλα άνοιξαν ένα παντοπωλείο στο οποίο διακινούσαν τα προϊόντα που εισήγαγαν από την Αίγυπτο και την Ευρώπη, το οποίο σταδιακά εξελίχθηκε σε super market[4].  Καθώς η εταιρεία «Κουτσουρίδης & Γαληνός» είχε μεγάλη κερδοφορία, ανοίχθηκαν υποκαταστήματα σε διάφορες πόλεις του Σουδάν όπως στο Wad Medani, El Obeid, Wau, Malakal, Ksala προκειμένου να εξυπηρετήσουν την τοπική αγορά





Στις αρχές του 20ου αιώνα και καθώς όλο και περισσότεροι Έλληνες αρχίζουν να καταφθάνουν στο Σουδάν και συγκεκριμένα στο Khartoum, ξεκινούν οι ζυμώσεις προς την κατεύθυνση της δημιουργίας οργανωμένης κοινότητας. Ο  Ι. Κουτσουρίδης μαζί με μια ομάδα ατόμων, μεταξύ των οποίων οι Γερ. Κοντομίχαλος, Παν. Τράμπας, Αγγ. Καπάτος, Κρυσταλλίδης, Πετ. Λοΐζος, Παν. Γεωργαντέλλης και Ηρ. Καββαδίας, θα πρωτοστατήσει σε αυτή την προσπάθεια που οδήγησε στις 13/4/1902 στη σύσταση της «Ελληνικής κοινότητας Khartoum»[5]. Εν τω μεταξύ, ο Ι. Κουτσουρίδης πρωτοστατεί με άλλα επιφανή μέλη της ελληνικής παροικίας του Σουδάν στη δημιουργία ελληνικού εμπορικού επιμελητηρίου στο Χαρτούμ ως απάντηση στην δημιουργία επιμελητηρίου από ξένους εμπόρους λίγες μέρες νωρίτερα. Μάλιστα αποτελεί μέλος της προσωρινής διοικούσας επιτροπής στην οποία συμμετείχαν οι έμποροι Α. Καπάτος, Ηρακλής Καββαδίας, Πέτρος Λοίζος, ο διευθυντής της Αθηναικής τράπεζας Δ. Ζεκίρης, ο Ιωάννης Κωνσταντόπουλος, διευθυντής των καταστημάτων των αδερφών Γρίβα, ο ιατρός Ιωάννης Κρυσταλλίδης και ο Γρηγόρης Κυριαζής.[6] 
Καθόλη τη διάρκεια της ζωής του και της παρουσίας του στο Σουδάν, ο Πλωμαρίτης έμπορος θα αποτελέσει έναν από τους ουσιαστικότερους αρωγούς και θεμελιωτές της ελληνικής κοινότητας του Χαρτούμ, την οποία υπηρέτησε και από διάφορες διοικητικές θέσεις.Επιπρόσθετα, αρκετές φορές προσέφερε σημαντικά χρηματικά ποσά για τις κοινοτικές και όχι μόνο ανάγκες, με αποτέλεσμα η κοινότητα του Χαρτούμ να τον ανακηρύξει «Ευεργέτη».



[1]  Ευαγγελίδης,  Ν., Μητρ. Νουβίας, Ο εν Σουδάν Ελληνισμός, Αλεξάνδρεια, σ. 104-105.
[2] Ημερολόγιο Δημητρίου Κουτσουρίδη του Ιωάννου.
[3] Σχετικά στο Churchill, Winston S., The River War: An Historical Account of the Reconquest of the Soudan, 2 Vols, ed. Col. F. Rhodes, London 1952.
[4] Προφορική συνέντευξη Ευδοκίας Κουτσουρίδη, Μαίος 2013
[5] Eφημερίδα  «ΕΜΠΡΟΣ»,16/1/1908.
[6] Παχτίκος Α., Εικονογραφημένη Αφρική, Τόμος Β΄, Αλεξάνδρεια 1938.

Πέμπτη 30 Απριλίου 2015

Έλληνες πρωτεργάτες στο συνδικαλιστικό κίνημα της Μοζαμβίκης



(το απόσπασμα προέρχεται από την υπό έκδοση μελέτη με θέμα την ελληνική παροικία της Μοζαμβίκης)





Ένας από τους πρωτεργάτες του συνδικαλιστικού κινήματος στην Ν. Αφρική ήταν ο Δημήτρης Σπανός, νεαρός μεταλλωρύχος από την Αράχωβα. Το 1902, ο Σπανός μαζί και με άλλους Έλληνες, προσπάθησε να συσπειρώσει τους εργάτες στο Johannesburg προς την κατεύθυνση της δημιουργίας σωματείου προκειμένου να προασπίσει τα συμφέροντά τους[1]. Σύμφωνα λοιπόν με τις μαρτυρίες των συγχρόνων του, ο Σπανός αποτέλεσε πρωτεργάτη του σοσιαλιστικού κινήματος στη Νότια Αφρική. Για άγνωστους όμως λόγους έφυγε από το Johannesburg και εγκαταστάθηκε το 1903 στο Lourenço Marques. Εκεί άνοιξε ένα πρακτορείο περιοδικών και εφημερίδων με πλήθος ξένων εκδόσεων, μοναδικό στο είδος του στην Πορτογαλική Ανατολική Αφρική.[2] Παρά το γεγονός όμως της απουσίας του από το χώρο των μεταλλωρύχων και την πρώτη γραμμή του συνδικαλιστικού κινήματος, ο Σπανός συνέχισε από άλλο πόστο την προσπάθειά του διακινώντας την εφημερίδα «International» της Industrial Socialist League, από το 1915 μέχρι και το 1921[3], με σκοπό την αφύπνιση του εγχώριου εργατικού δυναμικού προς την κατεύθυνση της δημιουργίας συλλογικού οργάνου.




Μέχρι και το 1909, οπότε και η ανάγκη για εργατικό δυναμικό δεν είχε ακόμη εντατικοποιηθεί, η πλειοψηφία των κατοίκων του Lourenço Marques ζούσε από την αγροτική παραγωγή. Την περίοδο που ο Σπανός εγκαταστάθηκε στη Μοζαμβίκη, ο διαχωρισμός του εργατικού δυναμικού με βάση τη φυλή, την εξειδίκευση και το είδος της απασχόλησης δημιούργησε πρόσφορο έδαφος για δημιουργία συνδικαλιστικών φορέων[4]. Πράγματι, μέχρι το 1910 οι περισσότεροι λευκοί εργάτες ήταν συνδικαλισμένοι. Επιπρόσθετα, την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα πλήθος εργατών από το Transvaal θα εγκαταλείψουν σταδιακά τα ορυχεία και θα εγκατασταθούν στο Lourenço Marques, όπως ο Θεόδωρος Σφηναρόλης[5]. H άνοδος του πληθωρισμού το 1914 σε συνδυασμό με την άνοδο των βασικών προϊόντων διατροφής και του κόστους ενοικίασης θα δυσχεράνει τη διαβίωσή τους. Ως αποτέλεσμα, μεταξύ 1910-1925, μέσω της ένωσής τους Uniao Ferroviario διεκδίκησαν μέσω απεργιών μισθολογικά οφέλη[6]. Η πρώτη και σημαντικότερη απεργία θα γίνει το Μάιο του 1917, ενώ μεταξύ 1918-1921 θα ακολουθήσουν νέες με αίτημα την άνοδο των αμοιβών και τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας.
         Μεταξύ των πρώτων συμμετεχόντων στις απεργίες αυτής της περιόδου συγκαταλέγονται και Έλληνες, οι οποίοι εργάζονταν στο χώρο της αλιείας στην περιοχή του νησιού Inhaca[7]. Την εποχή εκείνη οι αλιείς που δραστηριοποιούνταν στο νησί Inhaca, απέναντι από το Lourenço Marques, ζήτησαν αύξηση στις αμοιβές τους από τον μεγαλέμπορο Caesar, στον οποίο πουλούσαν τα προϊόντα τους. Επειδή όμως το αίτημά τους δεν εισακούστηκε, οι Έλληνες αλιείς παρότρυναν το σύνολο των αλιέων της περιοχής να απεργήσουν, διεκδικώντας καλύτερες τιμές για τα προϊόντα τους, κάτι που τελικά επιτεύχθηκε.


[1] Mantzaris, E., «The Greek Miners in the Transvaal, South Africa: A Sociohistorical Investigation, 1902-1913» σ. ίδιο, σ. 25.
[2] Νικολαίδης, Οδηγός των Ελληνικών Παροικιών της νοτίου Αφρικής.., ό. π., σ. 205.
[3] Mantzaris, «The Promise of the Impossible Revolution: The Cape Town, Industrial Socialist league 1918-1921», Studies in the History of Cape Town, vol. 4, UCT, Center of African Studies,1981.
[4] Penvenne, J. M., «Labor Struggles at the Port of Lourenço Marques, 1900-1933»,  in The Struggle for Liberation in Southern Africa (Fall, 1984), Review (Fernand Braudel Center) Vol. 8, No. 2, σ. 269.
[5] Προφορική συνέντευξη με την Χρυσούλα Σπιναρόλη του Θεοδώρου, Μάιος 2012.
[6] Lima, Α. Pereira, Historia dos Caminhos de Ferro de Mocambique, Lourenço Marques,  1971
[7] Zamparoni, V.D., Colonialismo e paisagem social em Lourenço Marques c. 1890- c.1940, Universidade De Sao Paulo, Faculdade de Filosofia, Letras e Ciências Humanas, Programa de Pós-Graduação em História, 1998, σ. 218.